Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ



ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΥ ΜΑΡΙΑ

Αν. Καθ. Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών

Εάν ο λόγος των Τριών Ιεραρχών ήταν παρών σε όλους τους τομείς της ζωής μας, όπως θα έπρεπε, δηλαδή στην πολιτική, πολιτειακή, θρησκευτική, κοινωνική και παιδαγωγική δραστηριότητα, τότε δεν θα υπήρχε πνευματική κρίση. Θα περιοριζόμαστε να τιμάμε τους αγίους μας, προκειμένου να διατηρούμε ζωντανή και άγρυπνη στις συνειδήσεις μας την ευεργετική για μας πορεία τους από την ζωή. Ωστόσο αυτό δεν συμβαίνει στην εποχή μας, εποχή διαφθοράς, δολιότητας, υποκρισίας και αθεΐας, που εκδηλώνεται με περισσή αναισχυντία από πολλές πλευρές, κυρίως των αυτοχαρακτηριζομένων ως πνευματικών ηγετών, πολιτικών, εκπαιδευτικών κ.ά.

Ο λόγος των Τριών Ιεραρχών του Δ΄ αιώνα, ενός αιώνα δραματικού με πλήθος μαρτύρων και διωγμών, με επιθέσεις απέναντι στον λόγο του Χριστού και επιλεκτικές αμφισβητήσεις των Γραφών από πολυπληθείς αιρέσεις, υπήρξε δυναμικός και επιθετικός χωρίς συμβιβασμούς και κολακείες των ισχυρών.

Σήμερα παραμένουμε απαθείς απέναντι στα εγκλήματα που απειλούν να εξαφανίσουν την ελληνική Παράδοση και τα σύμβολά της, την Πίστη και την εθνικηή ταυτότητα. Έχουν συγκροτηθεί ύπουλες ομάδες σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας, που επιδιώκουν την καταστροφή όσων μέχρι σήμερα δημιούργησε ο Ελληνισμός και η Εκκλησία με το πλήθος των Αγίων, Μαρτύρων, Νεομαρτύρων και διαχρονικών εθνομαρτύρων ηρώων του.

Ο λόγος των Τριών Ιεραρχών δεν είναι μόνο θρησκευτικός αλλά και εκπαιδευτικός. Ο εορτασμός τους αφιερώνεται στην Ελληνική Παιδεία. Επομένως ο λόγος τους δεν είναι μουσειακός. Μέσα από αυτούς τους Πατέρες, το έργο τους, την ζωή τους, την θεματολογία τους προσπαθούμε να θυμηθούμε την χαμένη μας μνήμη και ταυτότητα. Ο σημερινός Έλληνας, σε σύγκριση με τους Αγίους Πατέρες του, είναι ελλιποβαρής. Οι νόμοι του, η κοσμική νομοθεσία αποδοκιμάζει και χλευάζει το περιεχόμενο του νόμου του Ιησού και των Ερμηνευτών Πατέρων, που συμπυκνώνεται στην αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον. Οι Τρεις Ιεράρχες ασκούσαν κριτική και αποδοκιμάζανε τους νόμους της Πολιτείας που υποκρινόταν, όπως και σήμερα, ότι προστατεύει την αρχή της ισότητας όλων των ανθρώπων, όπως καθιερώνει ο θείος νόμος, αλλά στην πραγματικότητα και τότε και σήμερα οι θεσμοί εξυπηρετούν απάνθρωπες σκοπιμότητες με το κάλυμμα της νομιμότητας.

Οι Άγιοι Πατέρες Βασίλειος, Γρηγόριος και Χρυσόστομος είναι παιδαγωγοί αγιότητας, φωτισμού και όχι του ψευδεπίγραφου «Διαφωτισμού» με κατασκευασμένα πρότυπα αθεΐας και δαιμονικών συμπεριφορών, που αλλοτριώνουν τον εκπαιδευόμενο.

Ως έξοχοι δάσκαλοι και άγιοι αποδεικνύουν με τη ζωή και το έργο τους ότι η κατά τον κόσμο σοφία τότε μόνο είναι άξια τιμής, όταν αποτελεί συγχρόνως και παιδαγωγία αγιότητας, αλλιώς γίνεται σοφιστεία, κατασκευασμένη σοφία δηλαδή, όπου εύκολα και άφοβα εκφέρεται το ψεύδος και συγκαλύπτει η αλήθεια. Σ’ αυτά τα επίπεδα παραπαίει σήμερα ο άνθρωπος αγνοώντας τα άξια πρότυπα της ζωής. Σ΄αυτή την σύγχυση αποκαρδιωτικό είναι το φαινόμενο των λεγομένων «πνευματικών ανθρώπων». Με τεχνάσματα και σοφιστείες πολλοί «πανεπιστημιακοί» προσπαθούν να εξαλείψουν μέσα από την επίσημη, δήθεν γνώση, κάθε παραδοσιακή αξία είτε της εθνικής ταυτότητας είτε της Ορθοδοξίας. Γνωστά σε όλους μας ονόματα, με ύπουλο και δόλιο δήθεν επιστημονικό λόγο αλλοτριώνουν τις συνειδήσεις των φοιτητών και αυτόν τον στόχο τους τον ξεκινούν από το νηπιαγωγείο. Μάλιστα σ’ αυτό το υπονομευτικό έργο τους έχουν αρωγούς και τους Πρυτάνεις, αφού αυτοί καλούν διακεκριμένους δήθεν επιστήμονες της Δύσης, για να μας φωτίσουν, όπως είχε γίνει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών εκδήλωση, για τις «αναδρομικές ταυτότητες», όπως τις χαρακτήρισαν οι ομιλητές, και που οι ταυτότητες αυτές είναι η εθνική παράδοση ενός λαού και μίλησαν για το πώς πρέπει να εξαλειφθούν αυτές, όπως είπαν, οι εθνικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές ταυτότητες με τις «μεγαλοπρεπείς» αφηγήσεις. Οι πανεπιστημιακοί της Δύσης μας είπαν ότι «αυτές οι αφηγήσεις είναι κατάλληλα αναπλαισιωμένες για να σταθεροποιούν το παρελθόν μέσα στο μέλλον, να σταθεροποιούν το παρελθόν και να το προβάλουν στο μέλλον».

Μας είπαν ακόμη οι σοφοί ομιλητές ότι σήμερα χρειάζονται ταυτότητες προσανατολισμένες στην Αγορά, που να απορρίπτουν τις αφηγήσεις του παρελθόντος και να κατασκευάζουν το παρόν, χωρίς αναδρομές στο παρελθόν. Η γνώση λοιπόν γι’ αυτούς εκλαμβάνεται ως χρήμα.

Αυτό προσπαθούν να επιτύχουν στα εκπαιδευτικά ιδρύματα Ελληνόφωνοι, όχι Έλληνες εκπαιδευτικοί, με την αγαστή σύμπραξη του Υπουργείου Παιδείας, ορισμένων Ελληνόφωνων Πανεπιστημιακών, του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και διανοητών της Δύσεως, προσανατολισμένων στην Αγορά και την Ύλη, όχι όμως στον Άνθρωπο.

Ας είναι καλά λοιπόν οι φορείς όπως η Εκκλησία, οι σύλλογοι και μεταξύ αυτών η «Ενωμένη Ρωμηοσύνη», που ρίχνουν το βάρος τους στο παρελθόν και έτσι έχουμε την χαρά σήμερα να φέρνουμε από το παρελθόν στο προσκήνιο τους τρεις Ιεράρχες, πρότυπα Ιεραρχών. Αυτοί θα γίνουν για μας σήμερα οι πνευματικοί οδηγοί μας, το φάρμακο κάθε αθλιότητας και με τις ολόλαμπρες μορφές τους θα περιφρονήσουμε τους οπαδούς της αλληλοδιαπλοκής, ύποπτων γνωστών καθοδηγητικών κέντρων, εσωτερικού και εξωτερικού.

Θα επιτεθούμε, με την βοήθεια των Πατέρων σ’ αυτούς, που μας ετοιμάζουν ένα νέο μέλλον με οικονομικούς και πολιτικούς στόχους και ένα κοσμικό, καθοδηγούμενο από την αγορά παιδαγωγικό έργο, χωρίς, όπως λένε, τα συλλογικά στερεότυπα, που προέρχονται από εθνικιστικές και θρησκευτικές αναδρομικές θέσεις, αφού, όπως θέλουν να πιστεύουν, και το διατυπώνουν ανερυθρίαστα: «Οι τόποι του ιερού και του ανίερου έχουν αντιστραφεί και οι μπάρες του σιδερένιου κλουβιού έχουν σκουριάσει». Αυτό πιστεύουν κι αυτά θέλουν να επιβάλουν κυρίως σ’ εμάς τους Έλληνες.

Εμείς όμως έχουμε άλλα πρότυπα Διδασκάλων για κακή τύχη των υπονομευτών μας. Οι Τρεις Ιεράρχες και Μέγιστοι Φωστήρες μάς κληροδότησαν όχι την παιδεία της αγοράς, αλλά την ολοκληρωμένη ανθρωπιστική παιδεία και μόρφωση πάνω στις αρχές της Πίστεως και των αληθειών του Ευαγγελίου, πάνω στις οποίες στηρίζονται οι βασικές αρχές της αληθινής δημοκρατίας, η ισοτιμία όλων των ανθρώπων, ο σεβασμός και η αγάπη του ανθρώπου ως «καθ’ ομοίωσιν». Αυτές τις αρχές διακηρύξανε με παρρησία οι τιμώμενοι σήμερα Οικουμενικοί Δάσκαλοι. Ο Δημιουργός του ανθρώπου Θεός δεν του δίδαξε τις αρχές της αγοράς, αλλά τον τρόπο της θέωσης και μέσα απ’ αυτόν την φιλανθρωπία, την κοινωνική αλληλεγγύη, την αγάπη, την πίστη, την αρετή, το ήθος. Αυτά θα έπρεπε να είναι τα ιδεώδη της παιδείας μας και Διδάσκαλοι οι Τρείς Ιεράρχες παιδαγωγοί. Αυτοί καυτηρίασαν και καταδίκασαν τους ανθρώπους της αγοράς, του πλούτου, τους ανθρώπους με ωμότητα και απανθρωπιά, όργανα ταπείνωσης του άλλου ανθρώπου, όπως γράφουν, τους ματαιόδοξους, αλαζόνες και πλεονέκτες. Όλοι αυτοί ατιμάζουν τον Χριστό.

Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, χαρακτηριστικό του ανθρώπου δεν είναι αυτός που έχει σώμα και φωνή, αλλά αυτός που έχει ψυχή και «διάθεση ψυχής», με θείο εμφύσημα. Αλλιώς κατολισθαίνει στην τάξη των αλόγων ζώων, των ανοήτων κτηνών. Δεν είναι άνθρωπος αυτός που έχει γνώμη θηριώδη και απάνθρωπη, και «αρπάζει σαν λύκος, χτυπάει σαν σκορπιός και είναι ύπουλος σαν αλεπού». Αυτός δεν είναι άνθρωπος, έχει μεταμορφωθεί σε θηριώδες είδος και προσθέτει ο άγιος Χρυσόστομος «οι πονηροί άνθρωποι είναι χειρότεροι και από τα λιοντάρια». «Το θηριώδες στ’ άγρια θηρία είναι κατά φύσιν, στον άνθρωπο όμως παρά φύσιν» και προσθέτει ενώ ο σκοπός της Δημιουργίας είναι ο άνθρωπος, σήμερα σκοπός έχει γίνει το χρήμα. Γι’ αυτό και τότε και σήμερα υπάρχει κρίση, δηλαδή ρήγμα μεταξύ Θεού και ανθρώπου, με αποτέλεσμα την ανθρώπινη κατολίσθηση και την ηθική εξαθλίωση και διαστροφή. Οι ηγήτορες σήμερα έγιναν οσφυοκάμπτες, εθελόδουλοι αρνητές της αλήθειας.

Ο Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης παρατήρησε εύστοχα «Για αλλού ξεκινήσαμε και αλλού πηγαίνουμε, χωρίς να το καταλάβουμε, ότνα δεν ακολουθούμε τα χνάρια των Αγίων Πατέρων».

Σήμερα ατιμάζουμε με την συμπεριφορά μας τους Πατέρες αφού ανεχόμαστε τα πιθηκοειδή είδωλα των Μέσων Ενημέρωσης, τις κρυπτόμενες τεκτονικές στοές, τη Νέα Τάξη Πραγμάτων, δηλαδή την τάξη της αθεΐας και της αγοράς, ανεχόμαστε υποβολιμαία και δαιμονικά φληναφήματα περί δήθεν παγκόσμιας ειρήνης και συνύπαρξης, που σκοπό έχουν την εκμηδένιση του Ευαγγελικού Μηνύματος. Σήμερα προβάλλονται οι παιδεραστές και οι ναρκομανείς ως πρότυπα και μεις ως κρετίνοι ανεχόμαστε τους δήθεν νομοθέτες μας και τις ψευδολογίες τους. Πότε θα αναστηθεί ο Χρυσόστομος, ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος για να ανατρέψουν τους πονηρούς σχεδιασμούς και να αντιμετωπίσουν τους αντίχριστους χριστομάχους και εκκλησιομάχους νεοεποχίτες και τα ευρωαφργύριά τους. Πού είναι αυτοί που θα κηρύξουν για να γκρεμίσουν τα νέα είδωλα, αυτούς που ευτελίζουν και απαξιώνουν τον άνθρωπο; Αλλά και το κήρυγμα στις μέρες μας έχει πτωχεύσει τόσο πολύ, όσο και τα Ταμεία του Κράτους. Πού είναι οι Πνευματικοί ηγέτες να ελέγξουν τους διεθνείς τοκογλύφους, μαυραγορείτες και κατακτητές, που οδηγούν τον τόπο στην ερήμωση και την εκβαρβάρωση.

Η εορτή των Τιμίων Πατέρων μάς καλεί να ζήσουμε κι εμείς την ζωή των αγίων προσώπων, στην αγιοτόκο και θεοφρούρητη Ελλάδα. Στα πρόσωπα αυτά υπάρχει ο φωτισμός του Θεού και όχι ο αντίθεος σημερινός σκοταδισμός. Ο λόγος των Πατέρων είναι ζωντανός και κοφτερός σαν δίκοπο μαχαίρι. Πολέμησαν την εκμετάλλευση, την απληστία, την αλαζονεία, την μικροψυχία.

Σήμερα εξορίζονται οι Άγιοι Πατέρες με σατανικό σχέδιο των εχθρών του Σταυρού. Για μας δεν είναι «σκάνδαλο» ο σταυρός του Χριστού. Γι’ αυτό δεν δεχόμαστε την ψευδώνυμη γνώση και δεν ανεχόμαστε την προδοσία της αλήθειας. Οι μελίρρυτοι ποταμοί της σοφίας μας φωτίζουν με τους θείους πυρσούς την ψυχή, ώστε να μπορέσουμε με τη δραστηριότητά μας να ανακόψουμε και να διαλύσουμε την υφέρπουσα Κρίση. Αυτοί που διαθέτουν το πρωτείο της Αρετής, όπως οι Τρεις Ιεράρχες, θα το κατορθώσουν. Αρκεί να πολεμήσουν σκληρά, όπως εκείνοι και να διαθέτουν όμως τον πολύμορφο πνευματικό οπλισμό τους. Και σήμερα, όπως τότε οι ορθόδοξοι εξορίζονται και απειλούνται με πτωχεύσεις. Και σήμερα καταδιώκονται με δόλιους νόμους, όπως ο πρόσφατος και καινοφανής νόμος της «εχθροπάθειας», που αφαιρεί την ελευθερία της έκφρασης και της κριτικής από τον πολίτη, ώστε να μείνουν στο απυρόβλητο οι εχθροί του Ελληνισμού, αδικούντες και ένοχοι.

Ο Γρηγόριος γράφει για τον Βασίλειο: «Για άλλους έγινε φρούριο ισχυρό και τείχος, για άλλους έγινε πέλεκυς που σπάζει πέτρες,, γι’ άλλους φωτιά που κατακαίει εκείνους που μοιάζουν με φρύγανα». Και πράγματι ο Μέγας Βασίλειος δεν ήταν μόνο κυβερνήτης της Εκκλησίας, αλλά και αληθινός πολιτικός αρχηγός της, ηγέτης εκκλησιαστικός σε επίπεδο οικουμενικό με το πλήθος των έργων του, όπως π.χ. είναι η ίδρυση της «Βασιλειάδας» στην Καισάρεια, μιας νέας πόλης με πλήθος φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, που πρόσφερε όλη την περιουσία του. Σήμερα ας αναλογισθούμε τους Τρεις Ιεράρχες πώς είχαν μεταβάλει τον άμβωνα της Εκκλησίας, σε ένα ατρόμητο βήμα για την υπεράσπιση των αδικουμένων. Η δικαιοσύνη για τους Τρεις Ιεράρχες δεν πηγάζει από νόμους, αλλά από την καρδιά. Μπορούμε να τους μιμηθούμε. Ας μείνουμε μπροστά στην οποιαδήποτε άδικη εξουσία όρθιοι, όπως οι Άγιοι Πατέρες, άκαμπτοι και ασάλευτοι, όσο και αν αφηνιάζουν οι εξουσιαστές, έστω και αν μας λιθοβολήσουν, όπως έκαναν οι Αρειανοί στον Γρηγόριο, ή όπως φέρθηκε η εξουσία στον ανυποχώρητο ποιμενάρχη Χρυσόστομο, που τον εξόρισε. Όμως ο Χρυσόστομος είχε προειδοποιήσει τους άπληστους ηγεμόνες ότι:

«Ο πλούτος είναι προδότης αισχρός, σκοτώνει τους κατόχους του. Μισεί όσους τον κατέχουν». Οι Πατέρες δεν μιλούσαν για να είναι ευχάριστοι ούτε κολάκευαν. Ξεγύμνωναν τις πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές πληγές, για να τις θεραπεύσουν. Αποκάλυπταν αυτούς που κερδοσκοπούσαν στις συμφορές των άλλων. Και όλα αυτά τα διατυπώνανε στην ελληνική γλώσσα, την γλώσσα των Ευαγγελίων. Και μόνο γι’ αυτή την συγγένειά μας με τους Πατέρες θα έπρεπε να θεωρούμεθα εκλεκτός και περιούσιος λαός ανάμεσα στα έθνη. Άλλωστε ο Ιησούς το προέβλεψε: «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου» όταν Έλληνες ζήτησαν να δουν τον Ιησού.

«Ο καθείς και τα όπλα του», λέει ο ποιητής. Τα δικά μας όπλα είναι οι Λόγοι των Πατέρων και με αυτά θα αντιμετωπίσουμε τους επιτιθέμενους εχθρούς καιόχι με τα κηρύγματα του Διαφωτισμού του «SOS ρατσισμός» και τα παραδείγματα της Γαλλικής Επανάστασης, δηλαδή με αποκεφαλισμό των συναγωνιστών. Ο άγιος τρόπος ζωής των πατέρων θα αποτρέψει τα παιδιά απ’ όσα πονηρά ετοιμάζονται σε βάρος τους. Σήμερα έχουμε πόλεμο. Ας μην σκοτώσουμε σ’ αυτόν τον πόλεμο τους δικούς μας «στρατηγούς και προμάχους», τους Πατέρες μας. Ας μην γίνουμε πατροκτόνοι.

Ας εμποδίσουμε τους πολυμήχανους εχθρούς του γένους, τους θερμόαιμους πνευματομάχους και τους εμπόρους του ναού και ας θυμηθούμε στην σημερινή εποχή της αγοραπωλησίας νομισμάτων και φιλαργυρίας τα λόγια του Κυρίου «Κάνατε το σπίτι του Πατέρα μου σπήλαιο ληστών» και στο τροπάριο του Όρθρου της Μεγάλης Πέμπτης διαβάζουμε: «Βλέπε χρημάτων εραστή, συ που τα χρήματα λατρεύεις, κοίτα πώς εξαιτίας τους κρεμάστηκε ο δυσσεβής εκείνος».

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

                       


Φωστήρες και φωτοδότες της θεολογίας και της παιδείας



Η σημερινή ...... είναι αφιερωμένη σε τρεις μεγάλους Πατέρες και Ιεράρχες της Εκκλησίας μας. Πρόκειται για τη γιορτή των Τριών Ιεραρχών, του Μεγάλου Βασιλείου, του ιερού Χρυσοστόμου και του Γρηγορίου του Θεολόγου. Η Εκκλησία τους ονομάζει «φωστήρες της τρισηλίου θεότητος». Και η ελληνική Παιδεία τιμά τους εμπνευστές και προστάτες της σύνθεσης της ελληνικής σοφίας με τη θεία Αποκάλυψη του ευαγγελικού λόγου. Μια σύνθεση που άρχισε ήδη από τους μαθητές και αποστόλους του Κυρίου, με μια θαυμάσια ελληνιστική παιδεία, και έφτασε στην αποκορύφωση με τους μεγάλους πατέρες και διδασκάλους του τετάρτου αιώνα μ.Χ. Ο οικουμενικός Ελληνισμός συναντάται με την οικουμενικότητα του Χριστιανισμού.
Τίθεται όμως το ερώτημα, γιατί η Εκκλησία επέλεξε αυτούς τους συγκεκριμένους τρεις Ιεράρχες από μια χορεία μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της πίστεως μας; Θεωρούνται αυτοί ως οι σημαντικότεροι και οι μοναδικοί, ή παρουσιάζουν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που χρειάζεται σήμερα να επισημάνουμε και να τα προβάλουμε προς πνευματική ωφέλεια και οικοδομή όλων μας;
Γνωρίζουμε από την εκκλησιαστική ιστορία πως υπήρξε ένας μεγάλος αριθμός κορυφαίων πατέρων και σοφών διδασκάλων που δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των Τριών Ιεραρχών της σημερινής εορτής.
Και όμως η Εκκλησία και η Παιδεία επέλεξε μόνο αυτούς τους τρεις γνωστούς μας Ιεράρχες.
Φαίνεται, πως κριτήριο της επιλογής τους δεν ήταν ούτε η μοναδική θεολογική προσφορά τους ούτε η ανεπανάληπτη ποιμαντική διακονία τους. Ακόμη κριτήριο δεν ήταν ούτε η ποιότητα της αγιότητας τους ούτε η μοναδικότητα του μαρτυρικού τέλους τους. Το κριτήριο βρίσκεται, σε μια μοναδική ιδιαιτερότητα του καθενός από τους τρεις, που μόνο στη σύνθεση και στην ενότητα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων τους σηματοδοτείται το νόημα της σημερινής εορτής, ως ημέρας των Γραμμάτων και της ελληνικής Παιδείας.

1. Ανάγκη ασκητικού ήθους ζωής

Ο Μέγας Βασίλειος είναι γνωστό ότι ανέπτυξε ένα τεράστιο κοινωνικό έργο. Το σημερινό κοινωνικό σύστημα με τα διάφορα ιδρύματα περίθαλψης έχει τις ρίζες του στη Βασιλειάδα του Μεγάλου Βασιλείου, μια καταπληκτική κοινωνική οργάνωση ιδρυμάτων για τους πάσχοντες, τους φτωχούς και τους αδύναμους της ζωής. Παράλληλα, όμως, ο Μέγας Βασίλειος θεωρείται και μέγιστος στη θεσμοθέτηση κανόνων οργάνωσης της μοναχικής πολιτείας. Μέχρι την εποχή του υπήρχε ένας ιδιότυπος αναχωρητικός μοναχισμός. Σε πολλές δε περιπτώσεις ο μοναχισμός αυτός λειτουργούσε αυθαίρετα, χωρίς κανόνες, χωρίς έλεγχο και ασφαλώς χωρίς υπακοή και υποταγή στην πνευματική καθοδήγηση κάποιου Γέροντα.
Αυτόν τον ιδιότυπο και αυθαίρετο τρόπο ατομικής και προσωπικής βίωσης του μοναχικού ιδεώδους θέλησε ο Μέγας Βασίλειος να τον ελέγξει και να τον περιορίσει με τη θεσμοθέτηση ενός οργανωμένου κοινοβιακού συστήματος και με την ενσωμάτωση των μοναχών, σε μοναστικές κοινότητες υπό τον άμεσο έλεγχο της τοπικής εκκλησιαστικής ηγεσίας. Κατόρθωσε με άλλα λόγια την εκκλησιοποίηση του μοναχισμού και αναχωρητισμού. Και αυτή ήταν μια προσφορά προς την Εκκλησία υψίστης σημασίας στο θεωρητικό και πρακτικό τομέα.
Ένας μοναχισμός αυτονομημένος και αποκομμένος από το σώμα της Εκκλησίας αποτελεί μέγιστο κίνδυνο και παρεκκλίνει προς εκκλησιολογική αίρεση, όχι μόνο εξαιτίας των ενεργειών διαφοροποίησης από την εκκλησιαστική ηγεσία, αλλά κυρίως εξαιτίας τον ζηλωτικών τάσεων που αναπτύσσονται στους χώρους αυτούς.
Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ο μοναχισμός ασφαλώς και αποτελεί μια βασική και ουσιώδη μορφή ζωής, βίωσης της πίστεως. Έρχεται ως συνέχεια της πιστότητας και της συνέπειας των Μαρτύρων της πρώτης Εκκλησίας. Γι’ αυτό ο μοναχισμός είναι ουσιαστικά μορφή μαρτυρίου και εσχατολογική βίωση της ιστορίας. Μ’ αυτή την έννοια ο μοναχισμός δεν εκφράζει το σύνολο του λαού του Θεού. Είναι μια επιμέρους λειτουργία της εκκλησιαστικής ζωής και «εκ μέρους» γνώση και βίωση της πίστεως. Υπ’ αυτή την έννοια, ο μοναχισμός ουσιαστικά καταξιώνεται κυρίως ως μορφή μαρτυρίου, παρά ως μορφή βίωσης της πίστεως και λιγότερο ως μορφή ποιμαντικής διακονίας.
Πέρα, όμως, από την εσχατολογική αυτή προοπτική, υπάρχει για τους πιστούς και η καθημερινή βίωση της πίστεως μέσα στην ιστορία. Ο μοναχισμός επισημαίνει σε όλους μας και την ασκητική θεώρηση της ιστορίας. Και αυτή είναι μια βασική παράμετρος της πίστεως και της ζωής. Στη δε περίπτωση της συμβολής του Μεγάλου Βασιλείου έχουμε μια θαυμαστή σύνθεση του ιστορικού και εσχατολογικού στοιχείου, με την παράλληλη σύνθεση κοινωνικών αξιών και ασκητικής προσέγγισης της ζωής. Ούτε άκρατος ακτιβισμός ούτε άκριτος εγκρατισμός και θεωρητικός βίος.

2. Ανάγκη ποιότητος ζωής στο χριστιανικό βίωμα

Ο ιερός Χρυσόστομος βίωσε κατά τρόπο απόλυτα ασκητικό και μαρτυρικό το αρχιερατικό του αξίωμα. Απόλυτος στις πνευματικές πεποιθήσεις του και ασυμβίβαστος στις προκλήσεις της κοσμικής εξουσίας. Από τα τριανταπέντε χρόνια της αρχιερατείας του τα δεκαέξι τα πέρασε στην εξορία, διωκόμενος όχι μόνο από τους κοσμικούς άρχοντες αλλά και από τους εκκλησιαστικούς παράγοντες. Ο ιερός Χρυσόστομος, μοναχικός και ασκητικός, μαρτυρικός στις επιλογές του και φιλάνθρωπος στις εκτιμήσεις του για τους άλλους, αναδείχθηκε συγχρόνως κι ένας θαυμάσιος κοινωνικός αναμορφωτής.
Και μόνο το γεγονός, ότι αναδείχθηκε στην εποχή του και θεωρείται σήμερα από εμάς ο μεγάλος θεολόγος και ποιμένας του γάμου και του έρωτα, με μια βαθιά μάλιστα και απέραντα φιλάνθρωπη κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων του έγγαμου και συζυγικού βίου, φανερώνει τη χαρισματική συμβολή του στη διαμόρφωση μιας υγιούς και ρεαλιστικής χριστιανικής ανθρωπολογίας. Η αξεπέραστη αυτή συμβολή του σώζει διαμέσου των αιώνων τις παρατηρούμενες λεπτές ισορροπίες στις εκτιμήσεις μεταξύ των πιστών της αξίας είτε του έγγαμου είτε του μοναχικού τρόπου βίωσης της χριστιανικής πίστεως. Διότι δεν πρόκειται περί διλήμματος αλλά περί υπακοής στο ίδιον εκάστου χάρισμα, κατά τη διατύπωση του αποστόλου Παύλου.
Γνωρίζουμε, επίσης, ότι μελέτησε ο ιερός Χρυσόστομος με κάθε σοβαρότητα τα καθημερινά προβλήματα της ζωής. Θεολόγησε με βαθύνοια για το πρόβλημα της εργασίας, της σχέσεως εργοδοτών και εργαζομένων, για το θεσμό της δουλείας και σχεδόν για όλους τους κοινωνικούς θεσμούς της εποχής του. Είναι αυτός που έθεσε την Εκκλησία προ των ευθυνών της και κάλεσε τη θρησκευτική ηγεσία να πάρει υπεύθυνη θέση για τα μεγάλα και σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Ήθελε την Εκκλησία και το χριστιανικό κήρυγμα να βρίσκονται στο κέντρο των γεγονότων, να παρεμβαίνουν άμεσα και υπεύθυνα στο ιστορικό γίγνεσθαι και η Εκκλησία να μη στέκεται θεατής και επικριτής στα κοινωνικά δρώμενα.
Η Εκκλησία για τον ιερό Χρυσόστομο δεν πρέπει να εκφράζει ένα πνευματικό ελιτισμό και πολύ περισσότερο δεν επιτρέπεται να είναι μια αναχωρητή περιθωριακή παρουσία. Η ανάμιξή της με το ιστορικό και κοινωνικό γί­γνεσθαι συνεπάγεται ασφαλώς θυσίες, μαρτυρικό βίο και καθημερινό κόστος ζωής. Όμως, η Εκκλησία πρέπει πάντα να μένει συνεπής στις δικές της πεποιθήσεις και αξίες, στις ιστορικές σωτηριολογικές και εσχατολογικές της επιλογές.
Η παρουσία και μετοχή του ιερού Χρυσοστόμου στην τριάδα των μεγάλων Ιεραρχών της σημερινής γιορτής αποτελεί και αυτή μια αναντικατάστατη και αξεπέραστη συμβολή, ιδιαίτερα για τη θεώρηση της χριστιανικής βιωτής στην ολότητα της και όχι σ’ ένα διακριτό και αξιολογικό επιμερισμό. Δεν τίθεται θέμα, επομένως, κάποιων τραγικών διλημμάτων του τύπου «γάμος ή αγαμία», με σκοπό την προβολή της μιας ή της άλλης μορφής ζωής. Εδώ τίθεται, ως επείγουσα ανάγκη η επιταγή υψηλής ποιότητας και χαρισματικής βίωσης είτε του γάμου είτε της αγαμίας. Προς την κατεύθυνση αυτή ο ιερός Χρυσόστομος συνέβαλε τα μέγιστα και όλοι του οφείλουμε ευγνωμοσύνη για την ισόρροπη αυτή αντιμετώπιση και καταξίωση της προσωπικής επιλογής ανάλογα με το χάρισμα εκάστου.

3. Η θεολογία και η θεογνωσία ως κριτήριο της πνευματικής ζωής

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θεωρείται από τους συστηματικότερους πατέρες της Εκκλησίας που συνέβαλε και αυτός αποφασιστικά στη διαμόρφωση του χριστιανικού δόγματος. Παρά δε το γεγονός της βαθύνοιας και της φιλοσοφικής υποδομής της θεολογικής σκέψης του, έκανε παράλληλα και τη μεγάλη θεολογική του παρέμβαση στη διαμόρφωση της κλασικής παιδείας και του ανθρωπιστικού πολιτισμού. Έθεσε τις χριστιανικές αρχές και τις πνευματικές αξίες ως κριτήρια της γνώσης και της παιδείας, που παρέχονται από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ύψιστο κριτήριο για την αληθινή παιδεία και την αγωγή των παιδιών θεώρησε ότι πρέπει να είναι η θεολογία και κυρίως η θεογνωσία, αντί της ψευδούς φιλοσοφίας και της ειδωλολατρικής μυθοπλασίας. Είναι γνωστό, από την ιστορία, ότι τα περίφημα «έπη» του, όπου συμπεριέλαβε μια θαυμάσια τριαδολογική θεολογία και θεωρούνται ως μοναδικά αριστουργήματα της παγκόσμιας φιλολογίας και ιδιαίτερα της γόνιμης ποιητικής έκφρασης της θεολογίας της Ανατολής, σύντομα αντικατέστησαν τα Ομηρικά έπη στα ανώτατα φιλοσοφικά ιδρύματα της εποχής. Μέσα στα έργα αυτά έχουμε μια θαυμάσια σύνθεση της ανθρώπινης γνώσης και της αποκεκαλυμμένης θεολογίας. Η ακαδημαϊκή γνώση και παιδεία συναντάται με την ασκητική θεολογία της έρημου. Ο δάσκαλος δεν κρίνεται μόνο από το περιεχόμενο των λόγων του και της κοσμικής σοφίας του, αλλά πρώτιστα πρέπει να κρίνεται από το περιεχόμενο της σιωπής του, του στοχασμού του και της προσευχής του. Όπως γνωρίζουμε, ότι και η προσευχή δεν κρίνεται από το περιεχόμενο των λόγων, των αιτημάτων και της σχολαστικής «βαττολογίας», αλλά από τη βαθιά αίσθηση της κοινωνίας με το Θεό και της εμπιστοσύνης στη δική του πρόνοια. Η ουσιαστικότερη προσευχή είναι η προσευχή της σιωπής και μάλιστα η νοερά προσευχή. Ο ποιητικός λόγος είναι πάντοτε ουσιώδης, μεστός και δημιουργικός. Η ποίηση πάντα γεννάει ιδέες και ανοίγει νέους δρόμους στη σκέψη. Έτσι και τα ποιητικά έργα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου θα μπορούσαν να θεωρηθούν ουσιωδέστερα από τα συστηματικά του, που δημιούργησαν μια νέα εποχή για τη θεολογία και τη χριστιανική παιδεία. Η θεολογική παραγωγή του αγίου Γρηγορίου μας ενθαρρύνει και προς την κατεύθυνση αυτή μιας σύνδεσης του συστηματικού λόγου με τον ποιητικό στοχασμό και της διδακτικής προσφοράς με τη σιωπή της προσευχής. Η θεολογία και η παιδεία κρίνονται από τη διπολικότητα αυτή του έργου του μεγάλου Θεολόγου του τετάρτου αιώνα.

4. Απέκδυση του πλούτου και της σοφίας και ένδυση της πτώχειας και της σεμνότητας

Πέρα από τα στοιχεία αυτά της προσωπικής ιδιαιτερότητας, υπάρχει και ένα άλλο κοινό γνώρισμα στους Τρεις Ιεράρχες μας, που ιδιαίτερα καλούμαστε να προβάλουμε σε κάθε εποχή, ως κριτήριο αληθινής θρησκευτικότητας και θεοσεβούς παιδείας. Κριτήριο για ηγέτες, δασκάλους, μαθητές και απλούς πιστούς.
Και οι τρεις Ιεράρχες υπήρξαν γόνοι πλούσιων και αριστοκρατικών οικογενειών. Και οι τρεις ήσαν ικανοί στη γνώση και στο νου και ταλαντούχοι χαρισματικοί στο πνεύμα και στη ψυχή. Η παιδεία τους σε όλα τα επίπεδα της γνώσης και της επιστήμης ήταν μοναδική και ανεπανάληπτη. Η δε κοινωνική τους καταξίωση αξιοζήλευτη από όλους. Ό,τι το εκλεκτότερο δηλαδή σε νου, σε γνώση, σε χαρακτήρα και προσφορά, όχι μόνο στον κοσμικό χώρο αλλά και στον εκκλησιαστικό, συγκεντρώθηκε στην τριάδα αυτή. Το θαυμαστό είναι ότι και οι τρεις αυτοί νέοι εισερχόμενοι στην Εκκλησία και θέτοντας τους εαυτούς τους στη διακονία του λαού του Θεού, απεκδύθηκαν όλα αυτά που είχαν και κατείχαν, γυμνώθηκαν και πτώχευσαν, κατά κυριολεξία, σε όλα τα επίπεδα προς χάριν της αγάπης του Χριστού και των εν Χριστώ αδελφών.
Ενώ σήμερα, δυστυχώς, συμβαίνει το εντελώς αντίθετο.
Η ένταξή μας στο χώρο της Εκκλησίας δεν συνεπάγεται, όπως παλαιότερα, θυσίες και ταπεινώσεις, ονειδισμούς και διώξεις.
Η Εκκλησία, όμως, πάντοτε και σήμερα με την προβολή των τριών αυτών μεγάλων Ιεραρχών θέλει και προσπαθεί να μας στείλει κάποιο μήνυμα. Ας προσέξουμε και ας την ακούσουμε σεμνά και ταπεινά, ώστε με κάθε σεμνότητα και ταπείνωση να παραμένουμε ως πιστοί και να διακονούμε την Εκκλησία του Χριστού, ο οποίος «ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι».
Πράγματι, η Εκκλησία καλεί όλους μας με τη σημερινή εορτή να δεχθούμε τους Τρεις Ιεράρχες, όπως παλαιοτέρα έτσι και σήμερα, ως «φως» και «λυχνία» με το λόγο τους και τα έργα τους, για μια ορθή κατεύθυνση και της δικής μας πορείας. Μας καλεί όχι απλώς να μνημονεύσουμε τα ονόματά τους και να τους δοξάσουμε, αλλά να τους μιμούμαστε ως άτομα, ως λαός και έθνος, αν θέλουμε να επιβιώσουμε πνευματικά στους δύσκολους καιρούς. Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν και πρέπει να συνεχίσουν να είναι φωστήρες αλλά και φωτοδότες της θεολογίας, της παιδείας και της εκκλησιαστικής διακονίας. Η ουσιαστική συμβολή τους δεν συνίσταται τόσο στα εξαίρετα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της προσωπικότητάς τους, του θεολογικού στοχασμού τους και του ποιμαντικού έργου τους, όσο στη σύνθεση και στην εναρμόνιση της συμβολής τους, την οποία πραγματοποίησε η Εκκλησία με την προβολή της ενιαίας εορτής των Τριών Ιεραρχών.
Μοναχικό και ασκητικό ιδεώδες, κοινωνική ευαισθητοποίηση και δυναμική ιστορική παρέμβαση, ποιητική και δημιουργική θεολογία, θυσιαστική και μαρτυρική εμπειρία ζωής, είναι το τρίπτυχο μιας ισόρροπης θρησκευτικής αγωγής και κλασικής παιδείας. Κάθε απόπειρα και προσπάθεια από εμάς μιας άκριτης απολυτοποίησης, είτε της μοναχικής είτε της κοινωνικής, αλλά είτε της θεολογικής και της κοσμικής ερμηνείας για τα πράγματα του κόσμου τούτου και για τα πράγματα του Θεού, αποτελεί μεγάλο λάθος, γιατί ουσιαστικά διολισθαίνει προς την αίρεση. Το μεγάλο μυστικό ουσιαστικά βρίσκεται στη σύνθεση και στην εναρμόνιση των βασικών αυτών στοιχείων που μας υπενθυμίζει η εορτή των Τριών Ιεραρχών. Μια παιδεία και αγωγή που πλουτίζεται από τους κρουνούς της σοφίας και της πνευματικής εμπειρίας των Ιεραρχών μας δεν μπορεί παρά στο τέλος να δώσει και στην εποχή μας εύχυμους και αγαθούς καρπούς.

(Γ. Π. Πατρώνου, ομοτιμ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών, «Κήρυγμα και Θεολογία», τ. Β΄)

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ


Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΩΝ ΚΑΡΔΙΩΝ ΤΟΥ ΛΑΟΥ




ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΚΟΠΟΥ ΜΑΣ,
 ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΥΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ.

ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΟΥ ΤΟΛΜΟΥΣΕ ΝΑ ΥΨΩΣΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ. ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΟΥ ΤΟΛΜΟΥΣΕ ΝΑ ΑΝΟΙΞΕΙ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ... 
ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ. ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΟΥ ΣΗΜΕΡΑ , ΑΝ ΑΚΟΜΑ ΖΟΥΣΕ, ΔΕΝ ΘΑ ΣΩΠΑΙΝΕ, ΔΕΝ ΘΑ ΑΦΗΝΕ ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΤΟΝ ΚΑΤΑΤΡΕΓΜΕΝΟ ΕΛΛΗΝΑ....


ΑΙΩΝΙΑ ΤΟΥ Η ΜΝΗΜΗ

...................................................................................................................................................................

Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

Πέντε χρόνια συμπληρώνονται από την εκδημία του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Η μνήμη του παραμένει ζωντανή στις καρδιές όχι μόνο όσων τον γνώρισαν, αλλά και όσων πίστεψαν σ’ εκείνον, στα χαρίσματά του, στην πορεία που χάραξε για την Εκκλησία στην Ελλάδα, στην ελπίδα και την παράκληση που το πρόσωπό του σκόρπιζε σε όσους συνωστίζονταν για να τον δούνε, να τον χαιρετήσουν, να τον ακούσουν, ακόμη κι αν δεν συμφωνούσαν μαζί του. Γιατί τόσο στην αρχιερατεία του στο Βόλο, αλλά και, κυρίως, στην αρχιεπισκοπία του στην Αθήνα ένα είναι βέβαιο: ότι δεν πέρασε απαρατήρητος. Πιστεύοντες και μη, αδιάφοροι και εχθροί, ταγοί και απλός κόσμος γνώριζαν ότι υπήρχε. Ότι ήταν εκφραστής της Εκκλησίας. Ότι εκείνη στο πρόσωπό του είχε βρει τον ηγέτη που έκανε πολλούς, αν όχι όλους, να συζητούνε και να ζητούνε να μάθουν τι λέει η Εκκλησία. 


Αυτό το «τι λέει η Εκκλησία;», κατά τη γνώμη μας έλειψε, μετά την εκδημία του Χριστόδουλου. Δεν ήταν μόνο θέμα προσωπικότητας και χαρίσματος. Ήταν και αποτέλεσμα του ζήλου και της εργατικότητάς του. Της επιθυμίας του ο κόσμος να συζητά τις θέσεις της Εκκλησίας. Ακόμη κι αν τα όσα έλεγε δεν ήταν ευχάριστα. Ακόμη κι αν ήταν τετριμμένα. Και αυτή η συζήτηση δεν ήταν μία μόδα. Ήταν η μεγάλη αναλαμπή ενός θεσμού που μπορεί να αγγίζει, ιδίως κατά τις μεγάλες εορτές, τις καρδιές των πολλών, αλλά δεν μπόρεσε ούτε μπορεί να κάνει ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας να υπερβεί την αντίληψη ότι η Εκκλησία υπάρχει μόνο για να ταΐζει τους φτωχούς και να ασχολείται με τη μεταθανάτια πραγματικότητα. Ο Χριστόδουλος έβγαλε την Εκκλησία στο προσκήνιο. Τόλμησε και έθιξε όλα τα θέματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο. Με λόγο ουσιαστικό και προφητικό. Ενίοτε και λαϊκίστικο και δημαγωγικό. Δεν κρύφτηκε, ακόμη και στα λάθη του. Πίστεψε στις δυνατότητες του σώματος της Εκκλησίας, επισκόπων, κληρικών, μοναχών, λαϊκών, μολονότι και ο ίδιος έβλεπε ότι συνολικά ήταν περιορισμένες. Και θέλησε και μόχθησε μέσω της επικοινωνίας, των θείων λειτουργιών ανά την Ελλάδα, του λόγου, του διαλόγου, της παγκόσμιας εμβέλειας της προσωπικότητάς του, να ξαναδώσει στην Ελλαδική Εκκλησία την αρχοντιά που είχε λησμονήσει. 



Πολλοί τον κατέκριναν. Ιδίως ενδοεκκλησιαστικοί. Συνεπίσκοποί του που δεν άντεχαν την σύγκριση μαζί του. Θεολόγοι και διανοούμενοι που έψαχναν να βρούνε τα αρνητικά του, γιατί εκείνος ήθελε την Εκκλησία κοντά στο λαό αρνούμενος μια ελιτίστικη λογική, όχι όμως από αδυναμία κατανόησης των απόψεών τους, γιατί η μόρφωσή του υπήρξε μοναδική. Μετά το θάνατό του δόθηκε η δυνατότητα σ’ αυτούς τους κύκλους να εφαρμόσουν τις ιδέες τους και η Εκκλησία επανήλθε στην χρησιμότητα των συσσιτίων, του κοινωνικού έργου και της μεταθανάτιας ζωής, κάνοντας το τμήμα εκείνο της κοινωνίας, το οποίο είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται, να επιστρέψει στην καθημερινότητά του και πολλούς να νοσταλγούν το «Χριστόδουλό τους». Γιατί και οι καλύτερες ιδέες, αν δεν μπορούν να αγγίξουν μέσω των προσώπων την κοινωνία και τις καρδιές των πολλών, στην καλύτερη περίπτωση προκαλούν το σεβασμό και την συγκατάβαση, συνήθως όμως την πλήρη αδιαφορία. Και αν περιοριζόταν η αδιαφορία στις ιδέες και στα πρόσωπα, μικρό το κακό. Η αδιαφορία όμως επεκτείνεται και προς την όλη πορεία της Εκκλησίας, καθώς επικράτησαν τελικά οι αντιλήψεις, για τις οποίες ο Χριστόδουλος πάλεψε να μην δεσπόζουν. Άλλαι αι βουλαί του Θεού. 



Η ιστορία θα αποτιμήσει την δεκάχρονη αρχιεπισκοπία του Χριστόδουλου. Εμείς, έχοντάς τον γνωρίσει και έχοντας λάβει από τα χέρια του την ιερωσύνη και, τολμούμε να πούμε, έμπνευση ιεραποστολικής μαρτυρίας της Εκκλησίας στη ζωή του κόσμου, έχουμε να καταθέσουμε στην συμπλήρωση πέντε χρόνων από τη εκδημία του ότι η αρχιεπισκοπία του δε βρήκε την Εκκλησία της Ελλάδος έτοιμη για αποφασιστικά βήματα, για συλλογική πορεία προς μία κατεύθυνση διαλόγου με το παρόν και το μέλλον και επανεύρεσης των στοιχείων της ταυτότητάς μας που θα μας δώσουν αληθινά στηρίγματα εφεξής. Ο Χριστόδουλος πίστευε στην Εκκλησία, με όλες τις αδυναμίες των ανθρώπων της. Ίσως οι θέσεις του να ήταν πιο συντηρητικές από ό,τι οι περιστάσεις χρειάζονταν. Έριξε όμως γέφυρες διαλόγου με το παρόν και προείδε το αύριο, το οποίο βιώνουμε με μεγάλη απογοήτευση σήμερα. Γιατί ο Χριστόδουλος εγκαίρως προείπε και κατέδειξε τα της αποτυχίας του πολιτισμού να ξεδιψάσει την πνευματική δίψα του ανθρώπου, να οδηγήσει την κοινωνία σε ανθρωπιά, αλληλεγγύη και αγάπη, παρότι πρότεινε χρήματα και απολαύσεις και τόνισε την ανάγκη να ξαναβρούμε στην παιδεία και στον πολιτισμό τα τιμιώτατα του γένους μας. 



Αφήσαμε, στο τέλος, την απήχηση της παρουσίας του Χριστόδουλου στους νέους. Πάντοτε ένα τμήμα της νεολαίας θα έχει σχέση με την Εκκλησία. Είναι τα παιδιά που οι οικογένειές τους πιστεύουν. Ο Χριστόδουλος όμως από την πρώτη στιγμή έκανε πολλούς νέους, αδιάφορους και αρνητικούς για την Εκκλησία, αν μη τι άλλο, να θέλουν να ακούσουν και ίσως να γνωρίσουν τι λέει η Εκκλησία, πώς είναι, τι δίνει και τι ζητά από το νέο. Αυτό το «ελάτε όπως είστε», για το οποίο κατηγορήθηκε, άνοιξε τις πόρτες της Εκκλησίας στους νέους. Η ευθύνη όμως από εκεί και πέρα ανήκε και ανήκει στον καθένα που διακονεί την Εκκλησία. Κι εδώ, πέντε χρόνια μετά, μάλλον η μελαγχολία μας απομένει. 



Πέντε χρόνια χωρίς το Χριστόδουλο. Όταν ένα πρόσωπο είναι χαρισματικό, έχει τη δυνατότητα να ανοίξει δρόμους εκεί που διακονεί. Το χάρισμα βεβαίως μπορεί να αποτελέσει και την παγίδα που δεν θα επιτρέψει στο πρόσωπο να δει εγκαίρως λάθη και παραλείψεις ή να μην υπολογίσει τις επιθέσεις των εχθρών του και να ηττηθεί. Αυτό όμως το οποίο κανείς δεν δικαιούται να πει για το Χριστόδουλο είναι ότι δεν αφιέρωσε τον εαυτό του, τα χαρίσματά του, τις δυνάμεις του, την εργατικότητα και τον κόπο του στο μήνυμα του Ευαγγελίου και στη ζωή της Εκκλησίας. Ίσως περισσότερο σε θεσμικό και κοινωνικό επίπεδο, γιατί εκεί ήταν το μεγάλο του προτέρημα. Όμως η σχέση του με τους ανθρώπους, με το λαό του Θεού, η ακάματη πορεία του, έδειξαν ότι ένας λόγος που χρησιμοποίησε για τον εαυτό του, «φορτώσου το φορτίο τους», αποτέλεσε το κλειδί που μπορεί να ερμηνεύσει την προσωπικότητά του. Το «φορτώσου το φορτίο τους», δείχνει την μείζονα αρετή του Χριστόδουλου: την αγάπη. Την ψυγείσα στη ζωή μας και την απούσα από τον κόσμο και τον πολιτισμό μας. 



Πολλοί, με επίκληση την πνευματικότητα, προτιμούν την Εκκλησία της σιωπής. Την Εκκλησία που λειτουργεί ως ο κόκκος του σιναπιού. Την Εκκλησία που δεν ενοχλεί. Την Εκκλησία που διαφυλάσσει την ενότητα προσφέροντας υπηρεσίες. Είναι μία θεώρηση κι αυτή. Κατανοείται. Από τον Χριστόδουλο όμως τέθηκε στην πράξη η μεγάλη πρόκληση: στην Ελλάδα είχαμε μια Εκκλησία στηριγμένη στον εναγκαλισμό της με το κράτος. Και όχι μόνο οικονομικά. Το θέμα των ταυτοτήτων έδειξε ότι η πολιτεία δεν θέλει πλέον αυτό τον εναγκαλισμό. Ο αγώνας του Χριστόδουλου έδωσε παράταση στη σχέση, γιατί φάνηκε ότι η πολιτεία, πέρα από την επίδειξη δύναμης, δεν είναι έτοιμη να χωρίσει με την Εκκλησία. Σήμερα η Εκκλησία χρειάζεται για να μην υπάρχει κοινωνική αναταραχή. Αργά ή γρήγορα όμως θα έρθει και πάλι στο προσκήνιο το ερώτημα της επόμενης ημέρας. Όχι τόσο για την πολιτεία, η οποία βρίσκεται σε πλήρη πνευματική και πολιτισμική αφασία. Αλλά για την Εκκλησία, στην οποία διασώζεται ακόμη ένα «λείμμα» που αναζητεί. Την ημέρα που η Εκκλησία θα ελευθερωθεί, εκούσα ή άκουσα, από τον εναγκαλισμό με το κράτος θα χρειαστεί ηγέτες που θα την οδηγήσουν μέσα από τις συμπληγάδες της φτώχειας, της αδυναμίας διαλόγου με την εποχή και της ανάγκης για έμπνευση ενός ήθους που θα αγκαλιάσει τον σύνολο άνθρωπο, απαντώντας στους υπαρξιακούς προβληματισμούς του και ισορροπώντας ανάμεσα στις πνευματικές και υλικές δυσκολίες του. Ο Χριστόδουλος άνοιξε δρόμους. Ελπίζουμε και προσευχόμαστε η Εκκλησία να προετοιμαστεί γι’ αυτή την επόμενη ημέρα, όχι εναποθέτοντας τα πάντα στην Θεία Πρόνοια, αλλά εργαζόμενη στη γραμμή που χάραξε ο αρχιεπίσκοπος των καρδιών του λαού

ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΑΙΩΝΙΟΝ... Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος - λόγος επιβατήριος

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ


Κυριακή ΙΕ Λουκά

Ο Ζακχαίος

π.Alexander Schmemann



Η Ορθόδοξη Εκκλησία για να μας προετοιμάσει για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, αρχίζει να μας αναγγέλλει τον ερχομό της έναν ολόκληρο μήνα πριν αυτή αρχίσει. Πόσο δύσκολο είναι να καταλάβει ο άνθρωπος πως πέρα από την αφοσίωσή του στις αναρίθμητες ασχολίες της ζωής, θα πρέπει να αφιερώσει επίσης φροντίδα για την ψυχή, για τον εσωτερικό του κόσμο.
Αν είμασταν λίγο πιο σοβαροί, θα βλέπαμε πόσο σημαντική, ουσιαστική και θεμελιώδης είναι η φροντίδα της ψυχής. Θα κατανοούσαμε τότε τον αργό και μυστηριώδη ρυθμό της εκκλησιαστικής ζωής. Γνωρίζουμε φυσικά το νόημα που έχει η τροφή για τη ζωή μας. Μερικές τροφές είναι καλές και θρεπτικές, άλλες είναι ανθυγιεινές· κάποιες είναι βαριές, πρέπει να προσέξουμε. Προσπαθούμε πολύ να εξασφαλίσουμε πως η τροφή που τρώμε είναι καλή για μας.
Και είναι κάτι πολύ περισσότερο από ευσεβές ρητορικό σχήμα όταν λέμε πως και η ψυχή χρειάζεται να τραφεί, πως «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. 4,4). Όλοι μας ξέρουμε πως χρειαζόμαστε χρόνο για διάβασμα, για στοχασμό, για συζήτηση, για διασκέδαση. Ακόμη κι αυτά όμως τα φροντίζουμε πολύ λίγο, τα προσέχουμε ελάχιστα, ακόμη και από την άποψη της υγιεινής. Επιδιώκουμε το ελαφρύ διάβασμα, τα πειράγματα αντί για τη συζήτηση, τη διασκέδαση αντί για την ψυχαγωγία.
Δεν καταλαβαίνουμε πως η ψυχή παθαίνει δυσκοιλιότητα πολύ ευκολότερα απ’ ο,τι το πεπτικό μας σύστημα, και πως οι συνέπειες μιας δυσκοίλιας ψυχής είναι πολύ πιο επιβλαβείς. Τόσος χρόνος αφιερώνεται στα εξωτερικά πράγματα, και πολύ λίγος στην εσωτερική ζωή. Πλησιάζουμε όμως τώρα αυτή την εποχή του έτους που η Εκκλησία μας κάλει να θυμηθούμε την ύπαρξη αυτού του εσωτερικού ανθρώπου και να θορυβηθούμε από την αμνησία μας, από τον δίχως νόημα παραλογισμό μέσα στον οποίο βρισκόμαστε, από τη σπατάλη του πολύτιμου χρόνου που μας έχει δοθεί τόσο φειδωλά, από την άγαρμπη και μικροπρεπή σύγχυση μέσα στην οποία ζούμε.
Η Σαρακοστή είναι καιρός μετανοίας, και μετάνοια είναι η επανεξέταση, η επανεκτίμηση, το να βαθύνει κανείς και να φέρει τα πάνω κάτω. Μετάνοια είναι το επώδυνο ξεσκέπασμα του παραμελημένου, ξεχασμένου, μολυσμένου «εσωτερικού» ανθρώπου.
Η πρώτη αναγγελία της σαρακοστής, η πρώτη υπενθύμιση προέρχεται από μία μικρή ευαγγελική ιστορία για έναν εντελώς ασήμαντο άνθρωπο, «μικρόν τω δέμας», που το επάγγελμα του φοροεισπράκτορα που εξασκούσε, τον χαρακτήριζε, την εποχή εκείνη και σ’ εκείνη την κοινωνία, ως πλεονέκτη, απάνθρωπο και ανέντιμο.
Ο Ζακχαίος ήθελε να δει τον Χριστό· το ήθελε τόσο πολύ, ώστε η επιθυμία του τράβηξε την προσοχή του Ιησού. Η επιθυμία είναι η αρχή του παντός. Όπως λέει το ευαγγέλιο, «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών» (Ματθ. 6,21). Τα πάντα στη ζωή μας αρχίζουν με κάποια επιθυμία, επειδή ο,τι επιθυμούμε είναι και αυτό που αγαπούμε, αυτό που μας τραβάει από τα μέσα, αυτό στο οποίο παραδινόμαστε. Γνωρίζουμε πως ο Ζακχαίος αγαπούσε το χρήμα, και κατά τη δική του παραδοχή γνωρίζουμε πως για να το αποκτήσει δεν είχε κανένα ενδοιασμό να κλέβει άλλους. Ο Ζακχαίος ήταν πλούσιος και αγαπούσε τον πλούτο, αλλά μέσα του ανακάλυψε μια άλλη επιθυμία,ήθελε κάτι άλλο, και αυτή η επιθυμία έγινε κεντρική στιγμή της ζωής του.
Αυτή η ευαγγελική ιστορία θέτει ένα ερώτημα στον καθένα μας: τι αγαπάμε, τι επιθυμούμε, -όχι φυσικά επιπόλαια, αλλά βαθιά. Δεν υπάρχει κανένας μυστηριώδης δάσκαλος που να περπατά στην πόλη σας, που να περιβάλλεται από το πλήθος. Είναι όμως έτσι; Δεν υπάρχει κάποια μυστηριώδης κλήση που περνά κάθε στιγμή από τη ζωή σας· και κάπου στα βάθη της ψυχής σας, δεν αισθανεσθε κάποιες φορές μια νοσταλγία για κάτι το διαφορετικό απ’ αυτό που γεμίζει τη ζωή σας από το πρωί μέχρι το βράδυ; Σταματήστε για μια στιγμή, προσέξτε, εισέλθετε στην καρδιά σας, αφουγκραστείτε το εσωτερικό σας, και θα βρείτε μέσα σας την ίδια ακριβώς παράξενη και όμορφη επιθυμία.
Ο Ζακχαίος ήρθε αντιμέτωπος χωρίς αυτό κανείς δεν μπορεί να ζήσει, είναι κάτι όμως που σχεδόν όλοι μας φοβούμαστε και το καταπιέζουμε με το θόρυβο και τη ματαιότητα όλων αυτών που μας περιστοιχίζουν. «Ιδού εστηκα επί την θύραν και κρούω» (Άποκ. 3,20). Ακούς το σιγανό κτύπημα; Αυτή είναι η πρώτη πρόσκληση της εκκλησίας, του Ευαγγελίου, και του Χριστού: επιθύμησε κάτι άλλο, πάρε μια βαθιά αναπνοή από κάτι άλλο, θυμήσου κάτι άλλο. Και τη στιγμή ακριβώς που σταματάμε για να ακούσουμε αυτή την κλήση είναι σαν ένα φρέσκο και ευχάριστο αεράκι να φυσά στο μουχλιασμένο αέρα της άχαρης ζωής μας, και αρχίζει έτσι η αργή επιστροφή.
Επιθυμία. Η ψυχή παίρνει μια βαθιά ανάσα. Όλα γίνονται -έχουν κιόλας γίνει- διαφορετικά, νέα, απεριόριστα σημαντικά. Ο ανθρωπάκος, με τα ματιά του καρφωμένα στο χώμα πάνω σε γήινες επιθυμίες, τώρα παύει να είναι ανθρωπάκος καθώς αρχίζει η νίκη μέσα του. Εδώ βρίσκεται η αρχή, το πρώτο βήμα από τα έξω προς τα μέσα, προς αυτή τη μυστηριώδη πατρίδα που όλοι οι άνθρωποι, συχνά ασυνείδητα, νοσταλγούν και επιθυμούν.