Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

Ακούγοντας τη διήγηση για τη σταύρωση και το θάνατο του Χριστού, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, με εντυπωσιάζει συνεχώς μια λεπτομέρεια της ιστορίας: η μέχρι τέλους αφοσίωση μιας χούφτας ανθρώπων, κυρίως γυναικών, για τις οποίες το ευαγγέλιο δεν λέει σχεδόν τίποτε άλλο.Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως οι μαθητές του Χριστού, όλοι τους, έφυγαν και τον άφησαν μόνο. Ο Πέτρος Τον αρνήθηκε τρεις φορές. Ο Ιούδας Τον πρόδωσε. Τα πλήθη ακολουθούσαν το Χριστό ενώ κήρυττε, και όλοι περίμεναν να πάρουν κάτι απ'; Αυτόν: προσδοκούσαν βοήθεια, θαύματα και θεραπείες, περίμεναν την απελευθέρωσή τους από τη μισητή Ρωμαϊκή κατοχή, περίμεναν απ'; Αυτόν να ασχοληθεί με τις επίγειες μέριμνές τους. [...]

Δεν είναι δε το οδυνηρότερο μέρος αυτών των τελευταίων ημερών η προδοσία των στενών φίλων και μαθητών, στους οποίους ο Χριστός είχε αληθινά και ολοκληρωτικά δοθεί; Στον κήπο της Γεσθημανή, ακόμη και οι τρεις στενότεροι μαθητές Του δεν άντεξαν, αλλά αποκοιμήθηκαν ενώ ο Χριστός βρισκόταν στην τελική αγωνία, με τον ιδρώτα Του «ωσεί θρόμβοι αίματος» και προετοιμαζόταν για ένα φοβερό θάνατο. Γνωρίζουμε πως ακόμη κι ο Πέτρος, που τόσο ηχηρά είχε υποσχεθεί να πεθάνει για το Χριστό, κλονίστηκε την τελευταία στιγμή και Τον αρνήθηκε, Τον απέρριψε και Τον πρόδωσε. Και «τότε», γράφει ο ευαγγελιστής, «οι μαθηταί πάντες αφέντες αυτόν έφυγον» (Ματθ. 26, 56).

Όχι όμως όλοι, όπως αποδείχθηκε. Ο Σταυρός έφερε την ώρα της απλής ανθρώπινης αφοσίωσης και αγάπης. Αυτοί που την ώρα της «επιτυχίας» φαίνονταν τόσο απόμακροι, που δεν τους βρίσκουμε σχεδόν ποτέ στις σελίδες των ευαγγελίων, στους οποίους ο Χριστός ποτέ δεν προανήγγειλε την ανάστασή Του, και για τους οποίους τα πάντα τέλειωσαν και χάθηκαν τη νύχτα του Σταυρού, αυτοί ήταν παρέμειναν στο Σταυρό με ακλόνητη ανθρώπινη αγάπη. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει, «εισήκεισαν δε παρά τω σταυρώ του Ιησού η μήτηρ αυτού και η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά και Μαρία η Μαγδαληνή» (Ιωάν. 19, 25). Αργότερα, μετά το θάνατο του Ιησού,

Οψίας δε γενομένης ήλθεν άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας, τούνομα Ιωσήφ, ος και αυτός εμαθήτευσε τω Ιησού, ούτος προσελθών τω Πιλάτω ηττήσατο το σώμα του Ιησού, τότε ο Πιλάτος εκέλευσεν αποδοθήναι το σώμα, και λαβών το σώμα ο Ιωσήφ ενετύλιξεν αυτό σινδόνι καθαρά, και έθηκεν αυτό εν τω καινώ αυτού μνημείω ο ελατόμησεν εν τη πέτρα, και προσκυλίσας λίθον μέγαν τη θύρα του μνημείου απήλθεν. (Ματθ. 27, 57- 60).

Μια μέρα αργότερα, μετά το Σάββατο, την αυγή της τρίτης ημέρας, οι ίδιες γυναίκες ήρθαν στον τάφο, όπου σύμφωνα με το έθιμο της εποχής θα άλειβαν το νεκρό με μύρα. Ακριβώς σ'; αυτές ο αναστημένος Χριστός εμφανίστηκε για πρώτη φορά. Ήταν οι πρώτες που άκουσαν απ'; αυτόν το «Χαίρετε», το οποίο πλέον έγινε για πάντα η ουσία της Χριστιανικής δύναμης. Ο Χριστός δεν είχε αποκαλύψει σ'; αυτές τις γυναίκες τα μυστήρια του μέλλοντος όπως τα είχε αποκαλύψει στους δώδεκα αποστόλους. Δε γνώριζαν ούτε το νόημα του θανάτου Του, ούτε το μυστήριο της προσεγγίζουσας νίκης Του με την ανάσταση. Γι'; αυτές ο θάνατος του δασκάλου και φίλου τους ήταν ένας απλός θάνατος, ένα τέλος, ακόμη χειρότερα, ήταν ένας τρομακτικός και επαίσχυντος θάνατος, ένα τρομερό και παράλογο τέλος. Στάθηκαν στο Σταυρό μόνο επειδή αγαπούσαν το Χριστό, και λόγω αυτής της αγάπης υπέφεραν μαζί Του. Δεν άφησαν το φτωχό, βασανισμένο σώμα Του, αλλά έκαναν όλα όσα η αγάπη κάνει πάντοτε κατά τον τελικό χωρισμό. [...]

Αυτό είναι το νόημα της Κυριακής των Μυροφόρων. Μάς υπενθυμίζει πως η αγάπη και η αφοσίωση λίγων ατόμων έλαμψε φωτεινά στο μέσο του απελπιστικού σκοταδιού. Μάς καλεί να εξασφαλίσουμε πώς σ'; αυτόν τον κόσμο η αγάπη και η αφοσίωση δε θα εξαφανισθούν, ούτε θα πεθάνουν. Κρίνει την έλλειψη θάρρους, το φόβο μας, τον ατέλειωτο και δουλοπρεπή ορθολογισμό μας. Οι μυστηριώδεις Ιωσήφ και Νικόδημος, και αυτές οι γυναίκες που πάνε στον τάφο την αυγή, καταλαμβάνουν τόσο λίγο χώρο στα ευαγγέλια. Ακριβώς εδώ όμως είναι που αποφασίζεται η αιώνια μοίρα του καθενός μας.

Νομίζω πως σήμερα έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη να ξαναβρούμε αυτή την αγάπη και τη βασική ανθρώπινη αφοσίωση. Επειδή έχουμε εισέλθει σε μια εποχή όπου ακόμη κι αυτά δυσφημούνται από επιβλαβείς ιδέες σχετικά με το πρόσωπο και την ανθρώπινη ζωή, που επικρατούν τώρα σ'; αυτόν τον κόσμο. Για αιώνες ο κόσμος διέθετε ακόμη εκείνη την αδύνατη, αλλά τρεμάμενη και φεγγοβόλα φλόγα της αφοσίωσης, της αγάπης και της συμπόνιας που ήταν σιωπηλά παρούσα στα βάσανα του Ανθρώπου που είχε απορριφθεί από όλους. Πρέπει δε να πιαστούμε, σαν από τελευταία κλωστή, από το καθετί που στον κόσμο μας διαθέτει ακόμη αυτό το ζεστό φως της απλής, γήινης, ανθρώπινης αγάπης. Η αγάπη δεν εξετάζει θεωρίες και ιδεολογίες, αλλά μιλά στην καρδιά και στην ψυχή. Η ανθρώπινη ιστορία πέρασε με βοή, βασίλεια υψώθηκαν και έπεσαν, πολιτισμοί φτιάχθηκαν και αιματηροί πόλεμοι έγιναν, αλλά αυτό που έμεινε αμετάβλητο πάνω στη γη και σ'; αυτή την ταραγμένη και τραγική ιστορία είναι η φωτεινή εικόνα της γυναίκας. Μια εικόνα φροντίδας, αυτοπροσφοράς, αγάπης και συμπόνιας. Δίχως αυτή την παρουσία, χωρίς αυτό το φως, ο κόσμος μας, ανεξάρτητα από τις επιτυχίες και τα κατορθώματά του, θα ήταν ένας κόσμος τρόμου. Μπορεί να ειπωθεί χωρίς υπερβολή πως η ανθρωπιά του ανθρωπίνου γένους διασώζεται και συντηρείται από τη γυναίκα, συντηρείται όχι με λόγια και ιδέες, αλλά με τη σιωπηλή παρουσία της που φροντίζει και αγαπά, και αν συνεχίζεται ακόμη η μυστηριώδης γιορτή της ζωής, παρά το κακό που επικρατεί στον κόσμο, αν ακόμη αυτή η γιορτή εορτάζεται σε κάποιο πάμφτωχο δωμάτιο, σ'; ένα γυμνό τραπέζι, τόσο χαρούμενα όσο και σ'; ένα παλάτι, τότε η χαρά και το φως αυτής της γιορτής ανήκει σ'; αυτή, στη γυναίκα, στην αγάπη και την αφοσίωσή της που ποτέ δε σβήνει. «Και υστερήσαντος οίνου...» (Ιωάν. 2, 3), αλλά όσο είναι αυτή εδώ, - η μητέρα, η σύζυγος, η νύφη -; υπάρχει αρκετό κρασί, αρκετή αγάπη, αρκετό φως για τον καθένα...

Από το βιβλίο  «Εορτολόγιο-  Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος»  Αλέξανδρος Σμέμαν  Εκδ. Ακρίτας

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Η ΨΗΛΑΦΗΣΗ ΤΟΥΜ ΘΩΜΑ



Χριστός Ανέστη, αγαπητοί αδελφοί.



Κυριακή του Θωμά σήμερα.

Το άγιο Ευαγγέλιο (Ιωάννου κεφ. κ', 19-31), αναφέρεται σε δύο εμφανίσεις του Ιησού Χριστού μας, του Αναστάντος, στους Μαθητές και Αποστόλους.
Η πρώτη εμφάνιση έγινε αργά το βράδυ την Κυριακή της Αναστάσεως, κι ενώ οι Απόστολοι ήταν κλεισμένοι στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, διά τον φόβον των Ιουδαίων. Κι εκεί, καθώς ήταν σκυθρωποί και απελπισμένοι και φοβισμένοι, κι ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές, ήρθε ο Ιησούς. Εκείνος που βγήκε από το μνήμα, ενώ ήταν σφραγισμένο, μπήκε και στο ανώι της Ιερουσαλήμ στους
Μαθητές Του, ενώ οι πόρτες ήταν κλεισμένες. Και στάθηκε στη μέση του υπερώου για να είναι ορατός από παντού καιμη θεωρηθεί πως είναι φάντασμα.Και τους είπε: «Ειρήνη σε σας».
Δεν τους μάλωσε που Τον αρνήθηκαν και Τον άφησαν κατά τηνώρα του Πάθους. Δεν τους συμβούλεψε, ούτε τους παρατήρησε, αλλά τους έφερε την ειρήνη, που υπερέχει κάθε νου, την ειρήνη
της Αναστάσεως, την ειρήνη της συμφιλιώσεως με τον Θεό Πατέρα και με Κείνον και με το Αγιο Πνεύμα. Την ειρήνη που συμφιλιώνει και τους Αποστόλους και Μαθητάς και όλους τους ανθρώπους τους χριστιανούς μεταξύ τους.
Και στη συνέχεια ο Κύριος τους έδειξε τα τρυπημένα χέρια και πόδια Του για να βεβαιωθούν πως Εκείνος είναι ο σταυρωθείς και αναστάς εκ νεκρών. Και οι Μαθηταί τότε χάρηκαν που είδαν τον Κύριο. Τα δώρα της Αναστάσεως είναι η ειρήνη και η χαρά, η αληθινή ειρήνη και η αληθινή χαρά.
Και στη συνέχεια ο Κύριος, αφού τους ειρήνευσε και πάλι, τους υπενθύμισε την αποστολή τους. Και τους έδωσε και Πνεύμα Αγιο να συγχωρούν αμαρτίες, αφού ο Κύριος σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας και αναστήθηκε για τη  δικαίωσή μας. Επρεπε, λοιπόν, να φύγει το παλαιό καθεστώς και να έρθει
το νέο καθεστώς, η Καινή Διαθήκη, η Καινή Κτίσις, το έαρ των ψυχών.
Και εδώ τελειώνει η πρώτη εμφάνιση στο ανώγι.
Ηρθε ο Θωμάς μετ' ολίγον -έλειπε εκείνος- και του είπαν πως είδαν τον  Αναστάντα. Και κείνος όχι μόνο δεν πίστεψε σε αυτό που του είπαν, αλλά έκανε κάτι χειρότερο: δεν πίστευε ότι ο Κύριος αναστήθηκε. Και ύστερα από οκτώ μέρες, αφού άφησε ο Κύριος τον Θωμά στην απιστία του -και να Τον ποθήσει περισσότερο, αλλά και για να γίνει και πιο άπιστος, που λέει το Συναξάρι- εμφανίζεται πάλι στο ανώγι, εκεί που ήταν οι Μαθητές, όλοι μαζί αυτή τη φορά. Και ο Θωμάς, λοιπόν,
Τον είδε και τα 'χασε. Και αφού τους ειρήνευσε ο Χριστός,πάει κοντά και του λέγει: «Κοίτα! Τα χέρια και τα πόδια μου. Και βάλε το δάκτυλό σου  στις τρύπες των καρφιών και βάλε και το χέρι σου στην πλευρά μου, που άνοιξε η λόγχη του αγροίκου Ρωμαίου στρατιώτη. Και να μη γίνεσαι άπιστος, αλλά να είσαι πιστός». Και κείνος αναφώνησε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου».
Τον ομολόγησε και Τον ανακήρυξε, δηλαδή, Θεάνθρωπον. Κι ο Κύριος, με κάποιο παράπονο, του λέει: «Επειδή με είδες, με πίστεψες; Ευτυχισμένοι είναι εκείνοι που θα με πιστέψουν χωρίς να με δουν. Γιατί η Ανάσταση είναι θαύμα θαυμάτων και γεγονός πέραν του τάφου. Και μόνο με την πίστη, που 'ναι η μέγιστη γνώση στην Εκκλησία, με ψηλαφούν και με αισθάνονται και  με ακολουθούν». Και κλείνοντας το Ευαγγέλιο λέει πως ο Ιησούς έκανε κι άλλα μεγάλα θαύματα εκτός απ' την Ανάσταση, που είναι το μεγαλύτερο. Επειδή, όμως, οι άνθρωποι δεν μπορούν να τα αντέξουν και να τα παραδεχτούν,  αποσιωπώνται. Κι αυτά τα λίγα εγράφησαν για να πιστέψουμε πως  ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Μεσσίας και με αυτή την πίστη παίρνουμε  την αιώνιο ζωή, τη ζωή τη δική Του, τη ζωή του Παραδείσου, τη χαρά, την ειρήνη και την ομορφιά.

Χριστός Ανέστη!
(Του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη Το κήρυγμα της Κυριακής.

Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

ΛΙΣΒΟΡΙ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ











“Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται…”





Αναστάσιος, Αρχιεπίσκοπος Tιράνων, Δυρραχίου
και πάσης Αλβανίας





Πανηγυρίζουμε κάθε χρόνο με ιερό ενθουσιασμό το Πάσχα, την “εορτήν των εορτών”, “Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται• Πάσχα καινόν, άγιον• Πάσχα μυστικόν”, ψάλλουμε ευφρόσυνα. Η αρχική σημασία της λέξεως πάσχα δεν είναι βεβαία• με την πάροδο, πάντως, του χρόνου, κατέληξε να σημαίνει τη διέλευση, το πέρασμα, τη διάβαση, την έξοδο.

Η εορτή αυτή έχει την αφετηρία της σε μια ιστορική έξοδο των Ισραηλιτών από τη μακροχρόνια δουλεία στην Αίγυπτο προς την ελευθερία. Έδωσε έμπνευση, αντοχή κι ελπίδα και σε άλλους λαούς σε δύσκολες φάσεις αιχμαλωσίας, για την αποτίναξη ξένου ζυγού και τη διάβαση προς μια νέα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.

Αυτή η γιορτή μεταμορφώθηκε και πήρε νέο νόημα στην παγκόσμια ιστορία με τη ζωή, τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού. Ο ίδιος ο Ιησούς δήλωσε ότι πραγμάτωσε ένα νέο Πάσχα, πανανθρώπινης σημασίας, με την εξιλαστήριο προσφορά Του. Ως “άμωμος Αμνός” θυσιάσθηκε χάριν της ανθρωπότητος και εγκαινίασε το “καινόν” Πάσχα, το “άγιον” και “μυστικόν”, με το διηνεκές μήνυμα της θυσίας Του, με τη νικηφόρο ανάστασή Του, την κατανίκηση του θανάτου, την πρόγευση της μελλοντικής εν δυνάμει Παρουσίας Του.

Έτσι, οι Χριστιανοί, στη διάρκεια των 20 αιώνων που πέρασαν, κάθε Πάσχα γιορτάζουμε την καθοριστική διάβαση του ανθρωπίνου γένους “από τον θάνατο στη ζωή”, την απελευθέρωση από την αμαρτία και τη φθορά. Τονώνουμε τη σχέση μας, κοινωνούμε με τον σταυρωθέντα και αναστάντα Χριστό, που μας χαρίζει την αιώνια ζωή• και εντείνουμε την προσδοκία μας για την ένδοξη μελλοντική παρουσία Του. “Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί• Πάσχα, Κυρίου Πάσχα• εκ γαρ θανάτου προς ζωήν και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός ημάς διεβίβασεν, επινίκιον άδοντας”. Με την ανάστασή Του, ο Χριστός συνήγειρε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, για να γίνει ο αιώνιος Λυτρωτής, η δύναμη και η παρηγορία των πιστών.

“Την αγίαν του Πάσχα ημέραν”, γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, “των εκείθεν αγαθών οίδα μυσταγωγίαν, εορτήν ούσαν διαβατήριον” (“την θεωρώ μυσταγωγία στα ουράνια αγαθά, διότι είναι εορτή διαβάσεως”). Διακηρύσσει τη διάβαση από τον θάνατο στη ζωή, από το παροδικό στην αιωνιότητα.

Με την εορτή του Πάσχα η Εκκλησία μας δεν μας καλεί απλώς σε μια επιφανειακή συγκίνηση, που θωπεύει το θρησκευτικό συναίσθημα, αλλά σε μια βιωματική έξοδο: από την ψυχική ραθυμία στην πνευματική εγρήγορση.

Γιορτάζοντας το Πάσχα, καλούμεθα σε μια προσωπική κίνηση εξόδου από την πολύμορφη και συχνά δυσδιάκριτη αμαρτία. Προσδιορίζοντάς την με σύγχρονη ορολογία, θα λέγαμε: Έξοδο από τη διαφθορά, το ψέμμα, την ανομία, την απάτη, που μολύνουν με ποικίλες μορφές κάθε κοινωνική τάξη υπονομεύοντας τη συνοχή του λαού• αποφασιστική επιλογή της αλήθειας και της τιμιότητος. Έξοδο από την αδιαφορία για τη δικαιοσύνη• συστράτευση για την επικράτηση του δικαίου στο περιβάλλον μας και ευρύτερα στην κοινωνία μας.

Το Πάσχα, μας καλεί επίσης να διαβούμε από τον εγωκεντρισμό στη συναδέλφωση. Η κόπωση, η δυσπιστία, η πικρή γεύση της καθημερινότητος μας σπρώχνουν συχνά σε απομονωτισμό. Στριφογυρίζουμε γύρω από τον εαυτό μας, τα προβλήματα και τα ενδιαφέροντά μας. Επείγει η έξοδος από το φρούριο του “εγώ”•, για να συναντήσουμε τους άλλους με κατανόηση και σεβασμό. “Πάσχα, εν χαρά αλλήλους περιπτυξόμεθα”. Να προσφέρουμε συγγνώμη, συμπόνια αλληλεγγύη και ανεπιτήδευτη αγάπη. “Συγχωρήσωμεν πάντα τη αναστάσει”.

Συγχρόνως, το Πάσχα μας καλεί σε έξοδο από τον χώρο του άγχους, της αποκαρδιώσεως, στην περιοχή της ελπίδος. Έξοδο από τον φόβο, που γεμίζει την ψυχή μας με κατάθλιψη. “Ω, Πάσχα, λύτρον λύπης!”. Το φως της Αναστάσεως πλημμυρίζει με ελπίδα τον νού και η διαβεβαίωση του παθόντος και αναστάντος Χριστού στηρίζει την ψυχή: “Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε• αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον” (Ιω. 16:33). \

Γιά να μη μείνουν όμως αυτά απλές ευχές, χρειάζεται μια άλλη κρίσιμη διάβαση: Από την απιστία ή την ολιγοπιστία, στη ζωντανή πίστη στον Θεό, τη βεβαιότητα για τις συνέπειες του λυτρωτικού έργου του Χριστού και το νόημα της Αναστάσεώς Του. Παρόλο ότι πολλοί είναι βαπτισμένοι και δηλώνουν χριστιανοί, η πίστη τους συχνά φυτοζωεί ή βρίσκεται σε μαρασμό• από πολλές αιτίες: από τη μολυσμένη ατμόσφαιρα στην οποία κινούμεθα, αλλά και από την προσωπική ψυχική ραθυμία.

Βεβαίως, μόνο με τις δικές μας δυνάμεις οι διαβάσεις για τις οποίες μιλούμε είναι ανέφικτες. Μέσα όμως στην Εκκλησία, το μυστικό Σώμα του Χριστού, με τη δύναμη της προσευχής και της χάριτος των μυστηρίων οικειοποιούμεθα τη μεταμορφωτική δύναμη της αναστάσεως του Κυρίου. Καί αποκτούμε νέες δυνάμεις για τις λυτρωτικές αυτές εξόδους,

Η εορτή του Πάσχα, αδελφοί μου, μας καλεί και συγχρόνως μας προσφέρει την έμπνευση, για να προχωρήσουμε κι᾽ εμείς σε μια προσωπική, διάβαση, μια έξοδο από τις ποικίλες μορφές καταπιέσεων που απαξιώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη και να εργασθούμε δυναμικά για την ανύψωση της ζωής όλης της κοινωνίας.

Στον χαιρετισμό “Καλό Πάσχα!”, που δεσπόζει στις σχέσεις μας αυτές τις ημέρες, συμπυκνώνεται η πρόσκληση λυτρωτικής εξόδου: Από την υποκρισία και την ανομία, στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Από την απομόνωση του εγωκεντρισμού, στην ενεργό αλληλεγγύη. Από την αποκαρδίωση και τον φόβο, στην ελπίδα και την ειρηνική χαρά. Από την ολιγοπιστία, στη συνειδητή πίστη.

Το λαμπροφόρο Πάσχα μας καλεί σε μια αποφασιστική έξοδο από αυτό το οποίο είμαστε σ᾽ αυτό που ο αναστάς Κύριος θέλει να γίνουμε: άνθρωποι που θα χαιρόμαστε την αγάπη Του και θα την ακτινοβολούμε.

Καλό Πάσχα! λοιπόν, αδελφοί μου. Χριστός ανέστη!

 
http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=9045

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ



Lev Gillet

«Αύτη η κλητή και αγία ημέρα, η μία των Σαββάτων, η βασιλίς και κυρία, εορτή εορτών και πανήγυρις εστί πανηγύρεων!…» ψάλλουμε στην ογδόη ωδή του πασχαλιάτικου Όρθρου.

Η Κυριακή του Πάσχα ονομάζεται «πανήγυρις πανηγύρεων». Θα ήταν θεολογικά ανακριβές να πούμε ότι το Πάσχα είναι, κατά τρόπο απόλυτο, η μεγαλύτερη από τις γιορτές της Χριστιανοσύνης. Είναι βέβαια σπουδαιότερη από τα Χριστούγεννα ή τα Θεοφάνεια, δεν μπορούμε όμως να πούμε ότι η Πεντηκοστή είναι λιγότερο σημαντική από την Ανάσταση. Ωστόσο οι Πασχάλιες πανηγύρεις -και εδώ πρέπει στην Κυριακή του Πάσχα να συνδέσουμε και τη Μεγάλη Πέμπτη και την Μεγάλη Παρασκευή- δίνουν στο Μυστήριο των Χριστουγέννων το πλήρωμα του περιεχομένου τους και αποτελούν το αναγκαίο προοίμιο της Πεντηκοστής. Το Πάσχα είναι λοιπόν το κέντρο, η καρδιά και ο πυρήνας του εκκλησιαστικού έτους. Από την ημερομηνία αυτή εξαρτάται όλος ο λειτουργικός κύκλος, επειδή από αυτή καθορίζονται όλες οι κινητές γιορτές του ημερολογίου.

Η Ανάσταση του Χριστού διακηρύσσεται με κάθε επισημότητα κατά τον Όρθρο της Κυριακής του Πάσχα, μια ακολουθία που τελείται είτε την Κυριακή το πρωί πολύ νωρίς, είτε κατά τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου. Πριν αρχίσει η ακολουθία ο κεντημένος «Επιτάφιος», που είχε τοποθετηθεί πάνω στο ανθοστόλιστο κουβούκλιο του Επιταφίου στο μέσον του ναού, μεταφέρεται στο ιερό και τοποθετείται στην Αγία Τράπεζα. Μετά από τον κανόνα με τις εννέα ωδές που ψάλλονται και απόψε, ο προεξάρχων επίσκοπος ή ιερέας εμφανίζεται στην Ωραία Πύλη. Κρατά ένα αναμμένο κερί, ενώ ο χορός ψάλλει το• Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός και δοξάσατε Χριστόν τον αναστάντα εκ νεκρών» . Για άλλη μία φορά η Εκκλησία της Ανατολής μας παρουσιάζει το μυστήριο της χριστιανικής μας πίστης ως μυστήριο του Φωτός. Εκείνο το Φως, του οποίου τη γέννηση υπέδειξε το άστρο της Βηθλεέμ, έλαμψε ανάμεσά μας με μια λάμψη διαρκώς αυξανόμενη• το σκότος του Γολγοθά δεν μπόρεσε να το σβήσει. Ξαναφέγγει τώρα ανάμεσα μας και όλα αυτά τα αναμμένα κεριά που κρατούν στα χέρια τους οι πιστοί μαρτυρούν τον θρίαμβό Του. Με τον τρόπο αυτό δηλώνεται η βαθιά πνευματική σημασία του Πάσχα. Η σωματική ανάσταση του Χριστού θα ήταν για μας χωρίς σημασία, αν το φως του Χριστού δεν καταύγαζε ταυτοχρόνως και το εσωτερικό μας. Δεν μπορούμε να γιορτάσουμε επάξια την Ανάσταση του Χριστού, αν μέσα στην ψυχή μας το φως που έφερε ο Σωτήρας μας δεν νικήσει εντελώς το σκοτάδι των αμαρτιών μας.

Σχηματίζεται πομπή η οποία βγαίνει από το ιερό και σταματά έξω από την εκκλησία, μπροστά στην είσοδο. Διαβάζουν τότε το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως από τον ευαγγελιστή Μάρκο (16: 1-8) και στη συνέχεια ψάλλουν το μεγαλόπρεπο θριαμβευτικό αντίφωνο του Πάσχα:

«Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θά¬νατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».

Το αντίφωνο αυτό επαναλαμβάνεται πολλές φορές. Όταν η πομπή επιστρέψει στον ναό, ψάλλεται ο Αναστάσιμος Κανόνας που αποδίδεται στον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό:

«Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί…» «Φωτίζου, φωτίζου, η Νέα Ιερουσαλήμ…» «Ω, Πάσχα το μέγα και ιερώτατον, Χριστέ…»

Οι πιστοί ασπάζονται ο ένας τον άλλον. Ο χαιρετισμός είναι «Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη!».

Ο Όρθρος ακολουθείται από τη Θεία Λειτουργία του Χρυσοστόμου. Το αποστολικό ανάγνωσμα από τις Πράξεις των Αποστόλων αναφέρεται στο γεγονός της Αναστάσεως: Στους αποστόλους ο Αναστημένος «παρέστησεν εαυτόν ζώντα μετά το παθείν αυτόν εν πολλοίς τεκμηρίοις».

Ίσως μας φανεί παράξενο ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι μία ακόμη διήγηση της Αναστάσεως. Η Εκκλησία στην εορτή του Πάσχα επιλέγει την αρχή τού κατά Ιωάννην Ευαγγελίου: «Εν αρχή ην ο Λόγος…». Ίσως ο λόγος αυτής της επιλογής να είναι η προτίμηση των Ελλήνων χριστιανών για ό,τι συμβαίνει «εν πνεΰματι» -πέρα από την κατά σάρκα ανάσταση του Χριστού- υπάρχει η νίκη του φωτός επί του σκότους. Διότι ο στίχος «και το φως εν τη σκοτία φαίνει και η σκοτία αυτό ου κατέλαβε» δεν σημαίνει ότι το σκότος δεν δέχθηκε το φως, αλλά μάλλον ότι το σκότος στάθηκε ανίκανο να ελέγξει και να σβήσει το φως, αυτό το φως του οποίου τον θρίαμβο βλέπουμε σήμερα. «Και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού…» Ίσως, επίσης, επειδή η γιορτή αυτή μιλά περισσότερο στην ψυχή των χριστιανών της Ανατολής, θέλησε η Εκκλησία να τους δώσει αυτή τη συγκλονιστική περικοπή από το τέταρτο Ευαγγέλιο, ως επιτομή ολόκληρου του χριστιανικού μηνύματος.

Στο τέλος της Λειτουργίας διαβάζεται η ωραία Ομιλία που αφιερώνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στο Άγιο Πάσχα. Παραθέτουμε αποσπασματικά κάποιες φράσεις:

«…Ει τις από της πρώτης ώρας ειργάσατο, δεχέσθω σήμερον το δίκαιον όφλημα… ει τις μετά την έκτην έφθασε, μηδέν αμφιβαλλέτω, και γάρ ουδέν ξημιούται. Ει τις υστέρησεν εις την ενάτην προσελθέτω μηδέν ενδοιάζων. Ει τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα. Φιλότιμος γαρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον… εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου ημών… εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τιμήσατε, νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμε¬ρον… πάντες απολαύσατε του συμποσίου της πίστεως… Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα, συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε…»

Αυτά τα υπέροχα λόγια δημιουργούν ένα πρόβλημα: Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μοιάζει να θεωρεί ίσους εκείνους που έχουν πνευματικά προετοιμαστεί για την εορτή με όλους εκείνους που έμειναν απροετοίμαστοι. Καλεί και τους μεν και τους δε. Μιλά σαν να μην υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσά τους, σαν να δέχονται όλοι την ίδια Χάρη. Και όμως, ξέρουμε ότι τη Χάρη της Αναστάσεως την απολαμβάνουν εκείνοι που σήκωσαν και τον Σταυρό Του και πέθαναν μαζί Του. Ξέρουμε ότι η οδύνη της Μεγάλης Παρασκευής είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χαρά του Πάσχα. Αυτό είναι αλήθεια. Ωστόσο ο Κύριος μας, μέσα στο μέγα Του έλεος, επιφυλάσσει απόψε στον εαυτό Του το δικαίωμα να ανατρέψει την τάξη των πραγμάτων. Αποκάλυψε στους αποστόλους τον θρίαμβό Του, πριν τους συνδέσει με το Πάθος Του. Όλοι, εκτός από έναν, Τον εγκατέλειψαν κατά τις οδυνηρές ώρες του Γολγοθά, κι όμως τους δέχεται απευθείας στη χαρά της Αναστάσεώς Του. Αυτό δεν σημαίνει ότι άλλαξε η οικονομία της σωτηρίας μας: χωρίς τον Σταυρό η δόξα της Αναστάσεως δεν μπορεί να γίνει δική μας. Αλλά ο Σωτήρας οικονομεί την αδυναμία των μαθητών Του. Τους χαρίζει σήμερα τη χαρά του Πάσχα, παρότι είναι τόσο λίγο προετοιμασμένοι γι’ αυτή. Αργότερα, αύριο, θα τους μυήσει και στο Πάθος: «Ότε ης νεώτε¬ρος, εζώννυες εαυτόν και περιεπάτεις όπου ήθελες, όταν δε γηράσεις, εκτενείς τας χείρας σου, και άλλος σε ζώσει και οίσει όπου ου θέλεις». Το λέει στον Πέτρο ο Κύριος, όταν εμφανίστηκε στους αποστόλους στην όχθη της λίμνης της Γαλιλαίας. μετά την Ανάσταση. Και ο ευαγγελιστής μας εξηγεί το νόημα της φράσης: «Το είπε αυτό, για να δείξει με ποιο θάνατο θα δοξάσει τον Θεό». Ο Πέτρος και οι άλλοι απόστολοι θα μετάσχουν, με το μαρτύριο τους, στο Πάθος του Διδασκάλου τους, αλλά μόνον αφού γίνουν κοινωνοί της δυνάμεως της Αναστάσεως. Κατά τον ίδιο τρόπο λειτουργεί ο Κύριος μας και με εμάς. Απέχουμε πολύ -τουλάχιστον οι περισσότεροι από εμάς- από του να έχουμε πιεί το ποτήρι του Πάθους. Δεν βοηθήσαμε τον Ιησού να σηκώσει τον Σταυρό Του. Δεν συσταυρωθήκαμε μαζί Του. Την ώρα της αγωνίας Του κοιμόμασταν. Τον εγκαταλείψαμε. Τον αρνηθήκαμε με τις ποικίλες αμαρτίες μας. Κι όμως, παρά την ελάχιστη ετοιμασία μας, παρά το ότι δεν είμαστε καθαροί, ο Ιησούς μας προσκαλεί να εισέλθουμε στην Πασχαλιά χαρά. Αν ανοίξουμε ειλικρινά την καρδιά μας στη συγγνώμη που ανέτειλε από τον Τάφο Του. αν αφήσουμε να την πλημμυρίσει το Φως της Αναστάσεως, αν προσκυνήσουμε την παρουσία του Αναστάντος, θα δεχθούμε κι εμείς τη δύναμη της Αναστάσεως, την οποία το δώρο της Πεντηκοστής θα τελειοποιήσει. Τότε και μόνο τότε θα καταλάβουμε το νόημα του Σταυρού και θα μπορέσουμε να διεισδύσουμε, όσο μας επιτρέπουν οι φτωχές μας δυνάμεις, στο Μυστήριο του Πάθους. Να λοιπόν πως εξηγείται η έκκληση του Χρυσοστόμου, ή μάλλον η υπόσχεσή του, σε όσους δεν είναι έτοιμοι, στους «μη νηστευσαντες». Η Εκκλησία έκανε μια θαυμάσια επιλογή εντάσσοντας αυτή την ομιλία στην ημέρα του Πάσχα. Ας την ξαναδιαβάσουμε, δεν θα βρούμε για τη σημερινή μέρα καλύτερο υλικό για στοχασμό.
(Lev Gillet, ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας, «Πασχαλινή κατάνυξη», εκδ. Ακρίτας, σ. 105-112)

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

ΤΩ ΑΓΙΩ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩ ΣΑΒΒΑΤΩ



Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΣΤΟ ΛΙΣΒΟΡΙ




Σὲ τὸν ἀναβαλλόμενον, τὸ φῶς ὥσπερ ἱμάτιον, καθελὼν Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ξύλου, σὺν Νικοδήμῳ, καὶ θεωρήσας νεκρὸν γυμνὸν ἄταφον, εὐσυμπάθητον θρῆνον ἀναλαβών, ὀδυρόμενος ἔλεγεν• Οἴμοι, γλυκύτατε Ἰησοῦ! ὃν πρὸ μικροῦ ὁ ἥλιος ἐν Σταυρῷ κρεμάμενον θεασάμενος, ζόφον περιεβάλλετο, καὶ ἡ γῆ τῷ φόβῳ ἐκυμαίνετο, καὶ διεῤῥήγνυτο ναοῦ τὸ καταπέτασμα• ἀλλ´ ἰδοὺ νῦν βλέπω σε, δι´ ἐμὲ ἑκουσίως ὑπελθόντα θάνατον• πῶς σε κηδεύσω Θεέ μου; ἢ πῶς σινδόσιν εἱλήσω; ποίαις χερσὶ δὲ προσψαύσω, τὸ σὸν ἀκήρατον σῶμα; ἢ ποία ᾄσματα μέλψω, τῇ σῇ ἐξόδῳ Οἰκτίρμον; Μεγαλύνω τὰ Πάθη σου, ὑμνολογῶ καὶ τὴν Ταφὴν σου, σὺν τῇ Ἀναστάσει, κραυγάζων• Κύριε δόξα σοι».


Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ ΜΑΣ






Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

ΔΕΞΑΙ ΜΟΥ ΤΑΣ ΠΗΓΑΣ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ

Θεολογικό σχόλιο στο περιεχόμενο και τα νοήματα της Μεγάλης Τετάρτης


Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

Μεταγραφή του Φώτη Κόντογλου:
Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
τ' άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος


«Τη αγία και μεγάλη Τετάρτη της αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός μνείαν ποιούμεθα οι θειότατοι πατέρες εθέσπισαν, ότι προ του σωτηρίου πάθους μικρόν τούτο γέγονεν». Αυτό είναι το συναξάρι της σημερινής ημέρας, της Μεγάλης Τετάρτης. Οι συνοδοιπόροι του πάθους του Χριστού μας πιστοί καλούμαστε αυτή την ιερή ημέρα να τιμήσουμε την έμπρακτη και ειλικρινή μετάνοια της πρώην πόρνης γυναικός, η οποία έγινε συνώνυμη με την συντριβή και την αλλαγή ζωής.
Το σημαντικότατο, συγκινητικότατο και διδακτικότατο γεγονός της αλείψεως του Κυρίου με πολύτιμο μύρο από την αμαρτωλή γυναίκα διασώζουν με μικρές παραλλαγές και οι τέσσερις ευαγγελιστές. Ο Ματθαίος (26:6-13), ο Μάρκος (14:3-9) και ο Ιωάννης (12:1-8) ομιλούν για την ίδια γυναίκα, την Μαρία, την αδελφή του Λαζάρου, η οποία, όπως αναφέραμε, από ευγνωμοσύνη για την ανάσταση του αδελφού της, έκαμε αυτή την σπουδαία πράξη. Αντίθετα ο Λουκάς αναφέρει πως η γυναίκα, που δεν αναφέρεται το όνομά της, ήταν αμαρτωλή πόρνη. Είναι προφανές ότι πρόκειται για διαφορετικό περιστατικό. Ίσως να ήταν η πόρνη γυναίκα, την οποία έσωσε ο Κύριος από το λιθοβολισμό των υποκριτών Ιουδαίων (Ιωάν.8:5). Βεβαίως στον Εσπερινό της ημέρες διαβάζεται η περικοπή από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, όμως το περιεχόμενο και η θαυμάσια υμνολογία της ημέρας είναι εμπνευσμένη από την περικοπή του Ευαγγελίου του Λουκά.
Σύμφωνα με τον ιερό ευαγγελιστή ο Ιησούς προσκλήθηκε σε δείπνο στο σπίτι κάποιου Σίμωνος, ο οποίος ανήκε στην τάξη των Φαρισαίων. Κάποια γυναίκα αμαρτωλή όταν έμαθε ότι ο Κύριος ήλθε στην πόλη, ζήτησε να μάθει σε πιο σπίτι έχει καταλύσει. Και ενώ έτρωγαν και συζητούσαν, ξάφνου μπήκε στο σπίτι η γυναίκα εκείνη, κρατώντας στα χέρια της αλαβάστρινο δοχείο γεμάτο πολύτιμο μύρο. Προχώρησε στο μέρος του Ιησού και αφού στάθηκε πίσω Του, γονάτισε και άρχισε να κλαίει και να οδύρεται γοερά. Άνοιξε αμέσως το δοχείο και άρχισε να ρίχνει απλόχερα το μύρο και να πλένει με αυτό πόδια του Ιησού. Μαζί με το πολύτιμο μύρο έσμιγε και τα καυτά δάκρυά της, τα οποία έτρεχαν σαν ποτάμι από τα μάτια της. Αφού άδειασε το δοχείο ξέπλεξε τα πλούσια μαλλιά της και σκούπισε με αυτά τα πόδια Του, καταφιλώντας τα αδιάκοπα.
Ο Φαρισαίος οικοδεσπότης απόρησε με το γεγονός και διαλογιζόταν: Αυτός εδώ είναι προφήτης, δε γνωρίζει το ποιόν αυτής τη γυναίκας και την αφήνει να τον αγγίξει; Ο καρδιογνώστης Χριστός είπε στον Σίμωνα: Έχω να σου πω το εξής για τις σκέψεις σου: Εκείνος είπε: μίλα μου δάσκάλε. Κάποιος, του είπε, δάνεισε χρήματα σε δύο ανθρώπους, στον πρώτο πεντακόσια δηνάρια και στον δεύτερο πενήντα. Όταν έπρεπε να τα επιστρέψουν αυτοί δεν είχαν και ο δανειστής τους τα χάρισε. Και ρωτά το Σίμωνα: ποιος από τους δυο θα χρωστάει μεγαλύτερη χάρη στον δανειστή; Ο Σίμων απάντησε: αυτός που του χαρίστηκε το μεγαλύτερο ποσό. Σωστά απάντησες του είπε ο Ιησούς. Για κοίταξε αυτή τη γυναίκα. Εγώ μπήκα στο σπίτι σου και δεν μου έπλυνες τα πόδια με νερό, όμως εκείνη μου τα έπλυνε με τα δάκρυά της και τα σκούπισε με τα μαλλιά της. Χαιρετισμό δε μου έδωκες, όμως αυτή δε σταμάτησε στιγμή να μου φιλάει τα πόδια. Με λάδι δεν μου άλειψες το κεφάλι, όμως αυτή με πανάκριβο μύρο μου άλειψε τα πόδια. Δεν αξίζει να της πω: «σου συγχωρούνται οι τόσες πολλές αμαρτίες σου, διότι με αγάπησες τόσο πολύ»; Γυρίζοντας προς τη γυναίκα της είπε: «σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου». Τότε άρχισαν οι συνδαιτυμόνες να διερωτώνται: ποιος είναι αυτός που μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες; Ο Χριστός ξαναλέγει στη γυναίκα: «Η πίστη σου σε έσωσε, πήγαινε στο καλό».
Η γυναίκα αυτή ήταν διαβόητη για την αμαρτωλότητά της. Οι υποκριτές συντοπίτες της την ήθελαν πόρνη, για να ικανοποιεί τις πορνικές τους αμαρτωλές έξεις. Ένα σκεύος αμαρτωλής ηδονής και τίποτε περισσότερο. Στην κοινωνική και θρησκευτική ζωή της πόλεως δεν είχε θέση, ήταν το μίασμα, την οποία έπρεπε να αποφεύγουν. Κάπως έτσι σκέφτηκε και ο Σίμων ο οικοδεσπότης, όταν είδε να μπαίνει στο «καθώς πρέπει» σπίτι του εκείνη και να το «μιαίνει». Πολλώ δε μάλλον να αγγίζει τον υψηλό καλεσμένο του ραβίνο.
Το σώμα της αμαρτωλής αυτής γυναίκας έχε παραδοθεί εξ’ ολοκλήρου στο βόρβορο της αμαρτίας και της διαφθοράς. Όμως μέσα στα κατάβαθα της ψυχής της σιγόκαιγε αμυδρή φλόγα λυτρώσεως. Ο ψυχικός της κόσμος δεν είχε διαφθαρεί ολοκληρωτικά. Η παρουσία του Σωτήρα Χριστού στην πόλη εκείνη λειτούργησε στην καρδιά της ως ισχυρότατος άνεμος, ο οποίος θέριεψε την αδύναμη φλόγα λυτρώσεως και την έκαμε πυρακτωμένο καμίνι, ασυγκράτητη ορμή για μετάνοια και σωτηρία και γι’ αυτό έτρεξε κοντά Του με τον χαρακτηριστικό αυτό τρόπο.
Ο Χριστός, εγκαινίασε μια νέα αντίληψη για τον αμαρτωλό άνθρωπο, εντελώς διάφορη από εκείνη της ιουδαϊκής κοινωνίας. Δεν είναι ο αμαρτωλός άνθρωπος μιασμένος από τη φύση του, αλλά ένας πνευματικά ασθενής, ο οποίος χρειάζεται βοήθεια. Έθεσε ως αντίδοτο της πνευματικής ασθένειας τη μετάνοια, η οποία είναι ο ισχυρότατος εκείνος μοχλός, ο οποίος γκρεμίζει το οικοδόμημα της αμαρτίας και αναγεννά τον άνθρωπο. Δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού παρήλθε ανεπιστρεπτί το καθεστώς του νόμου και της μισθαποδοσίας, και ανέτειλε η εποχή της χάρητος και του ελέους.
Η αφιέρωση της ημέρας αυτής στην μακάρια πρώην πόρνη γυναίκα έγινε σκόπιμα από τους αγίους πατέρες. Η μορφή της προβάλλει ως φωτεινό ορόσημο καταμεσής στην οδοιπορία προς το Θείο Πάθος για να δείξει και σε μας πως αν δεν συντριβούμε, σαν και εκείνη, και δεν δείξουμε έμπρακτη μετάνοια δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε το Χριστό στο Πάθος και την Ανάσταση. Η αγία μας Εκκλησία θέσπισε τη μετάνοια ως ύψιστη δωρεά η οποία ανανεώνει την ουρανοδρόμο πορεία μας προς το Χριστό και την τελείωσή μας. Καλός χριστιανός δεν είναι εκείνος, ο οποίος γεμάτο κομπασμό και εγωιστική αυτάρκεια, ισχυρίζεται ότι έφτασε σε επίπεδο αγιότητας και δεν χρειάζεται πια άλλο αγώνα, αλλά ο διατελών σε διαρκή μετάνοια.


ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΙ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΠΑΘΟΥΣ
Θεολογικά σχόλια στο περιεχόμενο και τα νοήματα της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος

ΛΑΜΠΡΟY ΣΚΟΝΤΖΟY Θεολόγου – Καθηγητή

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΙΣΘΟΥΜΕ


Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ἰγνατίου


Καθώς εἰσερχόμεθα στήν ῾Αγία καί Μεγάλη ῾Εβδομάδα Τόν ἀντικρίζουμε “Νυμφίο”, ὅπως τόν θέλει καί ἡ εἰκονογραφία τῆς ᾿Εκκλησίας μας. Μέ σκυμμένο τό κεφάλι, μέ κλειστά τά μάτια, ἄνθρωπο πού πάσχει, ἀλλά ταυτόχρονα μεγαλοπρεπῆ, γιατί δέν παύει νά εἶναι Θεός. Αὐτός εἶναι ὁ Νυμφίος. Αὐτός εἶναι ὁ Νυμφίος τῆς ᾿Εκκλησίας, ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστός, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός καί Λόγος, Αὐτός πού δέν θέλησε νά ἀφήσει τό πλάσμα Του μέσα στόν θάνατο καί τή φθορά. Πού δέν μπόρεσε νά τό δεχθεῖ καί μέ τήν ἄπειρη ἀγάπη Του καταδέχθηκε Αὐτός νά γίνει θυσία γιά νά ἑνώσει πάλι τά ἐπίγεια μέ τά οὐράνια.
Εἶναι Αὐτός πού γεννήθηκε ταπεινός μέσα στή φάτνη τῆς Βηθλεέμ. Αὐτός πού ἔφυγε φυγάς στήν Αἴγυπτο γιατί ὁ ῾Ηρώδης τόν φοβήθηκε ὡς ἐπίγειο Βασιλέα. Αὐτός πού ἐργάσθηκε κοντά στόν ᾿Ιωσήφ, τόν προστάτη του, γιά νά ἔχει καί ἡ ἐργασία εὐλογία. Αὐτός πού ἐξέπληξε τούς διδασκάλους δωδεκαετής μέσα στό Ναό. Αὐτός πού ὑπετάγη στήν Παναγία μητέρα Του, μέχρι νά ἔρθει ἡ στιγμή νά ξεκινήσει τή δημόσια παρουσία Του. Καί τότε ἀκόμη, μετά ἀπό τῆς Παναγίας τήν παρέμβαση, ἕκανε τό πρῶτο Του θαῦμα στήν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, γιά νά εὐλογήσει τό γάμο καί τήν χαρά τῶν ἀνθρώπων.
Εἶναι αὐτός πού δέν εἶχε σπίτι νά κατοικήσει. Εἶναι αὐτός πού ἔτρεξε καί βάδισε γιά νά φέρει καί πάλι τήν ἀλήθεια τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων.
Εἶναι αὐτός πού ἔδωσε τήν παρακαταθήκη τῶν μακαρισμῶν, μακαρίζοντας τούς ταπεινούς, τούς εἰρηνοποιούς, τούς ἀνθρώπους τοῦ ἐλέους. Αὐτός πού μίλησε μία ἄλλη γλώσσα, τή γλώσσα τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης, καί κάλεσε τούς ἀνθρώπους νά ἀγαπήσουν τούς ἐχθρούς τους ὅπως τόν ἑαυτό τους.
Εἶναι Αὐτός πού θαυματούργησε καί ἔδωσε δύναμη στούς παραλυτικούς νά περπατήσουν, φῶς στούς τυφλούς γιά νά δοῦν καί πάλι τήν ὀμορφιά τοῦ κόσμου. ᾿Ανέστησε νεκρούς, ἔδωσε τήν ὑγεία σέ λεπρούς. Μπροστά στά ἔκπληκτα μάτια ἔδινε ἄφεση ἁμαρτιῶν καί ἔφευγαν τά δαιμόνια ἀπό τίς ψυχές καί τά σώματα τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός ὁ ἀναμάρτητος, Αὐτός πού ἀγάπησε ὅσο κανείς ἄλλος τόν ἄνθρωπο, εἰσέρχεται πλέον ὡς Νυμφίος τῆς ᾿Εκκλησίας, καί προσέρχεται στό ἑκούσιο πάθος γιά νά φτάσει στήν ἔσχατη ἀνθρώπινη ταπείνωση. ῾Ως ἄνθρωπος σέ αὐτόν τό φυσικό θάνατο, ἀλλά ὡς Θεός καταργώντας τόν ῞Αδη καί τόν θάνατο. Εἶναι Αὐτός πού θά μᾶς παραδώσει τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί θά καλέσει πλέον τήν ἀνθρωπότητα σέ μία ἀέναη εὐχαριστία γιά τήν διάβαση ἀπό τήν ἁμαρτία στήν χάρη καί τή λύτρωση.
Εἶναι ὁ Νυμφίος τῆς ᾿Εκκλησίας καί ἔρχεται «ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός». Γιατί ἄραγε; Τί εἶναι αὐτή ἡ νύκτα; Δύο τρόπους ἔχει κανείς νά προσεγγίσει αὐτή τήν εἰκόνα. ῾Η νύχτα μπορεῖ νά εἶναι ἀκόμη καί ἡ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ. Γιατί δέν μπορεῖ παρά νά βρίσκεται σέ σκοτασμό ὁ ἄνθρωπος πού ἀρνεῖται πεισματικά νά προσεγγίσει τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Αὐτός πού νομίζει ὅτι μέ τή λογική μπορεῖ νά βρεῖ φῶς καί νά λύσει τά μυστήρια τῆς ζωῆς. Εἶναι σκοτάδι ἀκόμη καί ἡ ἀμφιβολία. Γιατί μέσα στό σκοτάδι ὁ ἄνθρωπος βυθίζεται στόν ἑαυτό του κι ὅταν δέν ἀποφασίσει νά βρεῖ τό Θεό, βρίσκει τήν ἀνάπαυση στήν αὐτάρκειά του. ᾿Αλλά αὐτό τόν ὁδηγεῖ τελικά σέ ἀπελπισία. ῞Ομως ὑπάρχει καί ὁ γνόφος. Εἶναι ἡ κατάσταση πού ἀντιμετωπίζει ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἀγωνίζεται καί ἀγωνιᾶ νά προσεγγίσει τό Θεό. Καί περιγράφουν οἱ Πατέρες αὐτή τήν ἀγωνία σάν γνόφο, ὅπως ὅταν παρεμβάλλεται ἕνα σύννεφο καί δέν μπορεῖς νά διακρίνεις παρά ἐλάχιστα ἕως καθόλου τό φῶς, καί ἀπ’ τή μία στιγμή στήν ἄλλη τρέμεις ὅτι θά βρεθεῖς στήν ἄβυσσο. Εἶναι ἡ ἀγωνία τοῦ ἀνθρώπου πού θέλει καί ζητᾶ τήν πίστη, ἀλλά παλεύει μέ τή λογική. Πολλοί πέρασαν μέσα ἀπό αὐτό τό «καμίνι», ὅπως τό χρυσάφι πού ἀφήνει πίσω του κάθε ἄχρηστο ὅταν περάσει ἀπό αὐτό, λέγουν οἱ Πατέρες, πώς ὅμοια καί αὐτός ὁ γνόφος πολλές φορές παιδαγωγεῖ καί ὁδηγεῖ στήν ἑδραία καί ἀληθινή Πίστη.
᾿Αλλά “τό μέσον τῆς νυκτός” σημαίνει καί κάτι ἄλλο. Εἶναι ἡ ὥρα τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης. Εἶναι ἡ ὥρα πού ὁ ἄνθρωπος βρίσκει ὄντως τόν ἑαυτό του καί ἐκεῖ μπορεῖ νά ἐκφράσει τά θερμότερα συναισθήματά του γιά αὐτόν πού ἀγαπᾶ. ῎Ετσι καλεῖται νά λειτουργήσει ἡ ψυχή μας.
῾Η νύκτα ἔχει ἡσυχία. Κι αὐτή μπορεῖ νά εἶναι ἅγια ἡσυχία γιά τόν ἄνθρωπο πού περιμένει καί λαχταρᾶ τή μεγάλη συνάντηση. Πού περιμένει τό Νυμφίο του, Αὐτόν μέ τόν ὁποῖο ἑνώνει ὁλόκληρη τή ζωή του. Αὐτός ὁ ὁποῖος γίνεται τῆς καρδιᾶς ὁ κυρίαρχος καί βασιλεύς. Αὐτός πού γαληνεύει, πού ἠρεμεῖ, πού σταθεροποιεῖ, πού μεγαλουργεῖ μές στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Πού δίνει κουράγιο καί δύναμη νά ξεπεράσει ὁ ἄνθρωπος καί τίς πιό δύσκολες καταστάσεις.
᾿Από Αὐτόν μέσα στή νύχτα ἀντλεῖ ὁ ἄνθρωπος μέ τή ζωντανή προσευχή τό ἀνέλπιστο. ῞Ενα ἄλλο φῶς. ῞Ενα φῶς ἄκτιστο. Τό φῶς τῶν Πατέρων τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τό φῶς τῆς Μεταμορφώσεως, τό φῶς τῆς ᾿Αναστάσεως. Τό φῶς πού δέν μποροῦν νά δοῦν τά μάτια τῆς ἁμαρτίας καί τῆς πτώσεως, ἀλλά μόνο τά μάτια τῆς καθαρότητος, τῆς πίστεως, τῆς ἀπόλυτης ἐμπιστοσύνης στόν ᾿Ηγαπημένο.
«᾿Ιδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός» καί καλούμεθα τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα νά πορευθοῦμε μαζί Του. ῎Ετσι μᾶς καλεῖ ὁ ὑμνωδός καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Θά συμπορευθοῦμε ὄχι μέ τή λογική, οὔτε μόνο μέ τό συναίσθημα. ᾿Αλλά μέ Πίστη καρδιακή ὅτι ἦρθε καί θά ἔλθει γιά μᾶς. Γιατί σήμερα εἶναι ἐδῶ. Μαζί Του χάρη σ’ Αὐτόν θά πορευθοῦμε. Μαζί Του θά δοῦμε τί ἀληθινά εἴμαστε. Μαζί Του θά θεραπεύσουμε κάθε ἀδυναμία μας, πάθος, πτώση καί ἁμαρτία μας. Σ’ Αὐτόν θά τά ἐναποθέσουμε. Καί νά εἴμαστε σίγουροι ὅτι τό «μέσον τῆς νυκτός» θά μᾶς βρεῖ γρηγοροῦντες καί ὄχι καθεύδοντες.
«᾿Ιδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός». ῎Ας ἀκούσουμε τή φωνή Του. ῎Ας ἀκολουθήσουμε τά βήματά Του. ῎Ας μή δώσουμε σημασία στίς σειρῆνες τῆς ἐποχῆς. Καί τή λογική μας θά χτυπήσουν καί τό συναίσθημά μας θά μαστιγώσουν καί στήν ἄρνηση θά μᾶς ἀναζητήσουν καί μέ πίεση θά μᾶς δώσουν νά καταλάβουμε ὅτι ὑπάρχουν καί ἀρνητές. ῞Ομως, ᾿Εκεῖνος συγχώρεσε. Κι ἐμεῖς θά συγχωρέσουμε. ᾿Εκεῖνος ἄφησε τίς ἁμαρτίες ὅλων. Κι ἐμεῖς Αὐτόν θά ἀκολουθήσουμε. Καί νά εἴμαστε σίγουροι ὅτι ἡ δική μας ζωντανή προσευχή καί ἡ δική μας συμπόρευση, καί ἄλλους θά παραδειγματίσει. Κανέναν δέν θά ἀφήσει νά ἀπωλεσθεῖ, γιατί ἀκριβῶς ὁ Κύριος πάντοτε μᾶς καλοῦσε νά πάρουμε καί ἐμεῖς στούς ὤμους μας τό Σταυρό γιά τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό εἶναι τό ἔργο μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀποστολή μας. Αὐτός θά ἀνέβει στό Σταυρό γιά τίς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου καί ἐμεῖς δέ μπορεῖ παρά νά ἀκολουθήσουμε τό δικό Του παράδειγμα.
Μήν ἀγανακτήσουμε. Μήν ἀπελπιστοῦμε. ᾿Εμεῖς θά πορευθοῦμε μαζί Του καί εἶναι βέβαιο ὅτι μέσα σ’ αὐτήν τήν πορεία, πού ὁπωσδήποτε περνάει ἀπό τό Γολγοθᾶ, θά ἔρθει ἡ μεγάλη συνάντηση. Αὐτή ἡ ᾿Ανάσταση πού ὅλοι περιμένουμε.

Από το βιβλίο «Ὁ Χριστός πού σταυρώνουμε» τῶν ἐκδόσεων ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ

ΠΗΓΗ: http://synodoiporia.blogspot.com

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Ευλογημένος ο Ερχόμενος





ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ


(Εκείνος που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη, ο γυιός του Θεού και ο Λόγος του ο συναΐδιος, σήμερα τα­πεινώθηκε και ήρθε στη Βηθανία απάνω σ' ένα που­λάρι. Και τα παιδιά των Εβραίων τον υποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς του Ισραήλ».

Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχ­τρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθί­ζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους. Μπροστά πηγαίνανε οι σάλπιγγες κι οι σημαίες κ' οι αντρειωμένοι στρατηγοί και πλήθος στρατιώτες σκεπα­σμένοι με σίδερα άγρια και βαστώντας φονικά άρματα γύρω σ' ένα αμάξι φορτωμένο με λογής λογής αρματωσιές και σπαθιά και κοντάρια παρμένα από το νικημένο έθνος.

Όλοι οι πολεμιστές ήτανε σαν άγρια θηρία σιδεροντυμένα, τα κεφάλια τους ήτανε κλει­δωμένα μέσα σε φοβερές περικεφαλαίες, τα χοντρά και μαλλιαρά χέρια τους ήτανε μα­τωμένα από τον πόλεμο, τα γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα και τεντωμέ­να, σαν του λιονταριού που ξέσκισε με τα νύχια του το ζαρκάδι και τανύζεται με μουγκρητά και φοβερίζει τον κόσμο. Ύστερα ερχότανε το χρυσό τ' αμάξι του πο­λεμάρχου, που καθότανε σ' ένα θρονί πλου­μισμένο μ' ακριβά πετράδια, περήφανος, ακατάδεχτος, φοβερός, που δεν μπορούσε να τον αντικρύσει μάτι δίχως να χαμηλώσει και βα­στούσε το τρομερό σκήπτρο του, που κάθε σάλεμά του ήτανε προσταγή, δίχως ν' ανοίξει τα στόμα του αυτός που το κρατούσε.

Άλο­γα ανήμερα, ήτανε ζεμένα σ' αυτά τ' αμάξι, με λουριά χρυσοκεντημένα με γαϊτάνια και περπατούσανε κι αυτά καμαρωτά και περή­φανα σαν τους ανθρώπους. Ένα κορίτσι έμορ­φο σαν νεράιδα, μεταξοντυμένο, βαστούσε ένα χρυσό στεφάνι απάνω από το κεφάλι του νικητή, κι άλλα κορίτσια κι αγόρια ρίχνανε λιβάνια κι άλλα μυρουδικά σε κάποια με­γάλα θυμιατήρια όμοια με μανουάλια.

Από πίσω έρχόντανε οι σκλάβοι άντρες και γυ­ναίκες κι όποιοι ήτανε άρρωστοι και λαβω­μένοι, τους σέρνανε και τους χτυπούσανε οι στρατιώτες. Όση δόξα είχανε αυτοί που πηγαίνανε μπροστά, άλλη τόση καταφρόνε­ση και δυστυχία είχανε όσοι ακολουθούσανε από πίσω. Αυτοί ήτανε δεμένοι με σκοινιά και μ' αλυσίδες, πολλοί πιστάγκωνα, κουρε­λιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σαν πεθα­μένοι από τα μαρτύρια κι από την αγρύ­πνια. Πολλοί ήτανε μισόγυμνοι κ' οι πλά­τες τους ήτανε μελανιασμένες από το βούνευρο. Ανάμεσά τους ήτανε γυναίκες, παρθέ­νες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες με αθώα μωρά στην αγκαλιά τους, γρηές που βαστούσανε τα εγγόνια τους από το χέρι, όλες κατατρομαγμένες σαν τα αρνιά που τα πάνε στον μακελάρη. Γύρω ο κόσμος έκανε σαν τρελλός και φώναζε και δόξαζε τον νι­κητή κι από πολλά στόματα τρέχανε αφροί. Αλαλαγμός έβγαινε σαν καπνός απ' όλη την πολιτεία. Αυτή την παράταξη τη λέγανε «θρίαμβο».

Έναν τέτοιον θρίαμβο έκανε κι ο Χρι­στός σήμερα, ο άρχοντας της ειρήνης και της αγάπης. Μα, όπως τα άλλαξε όλα και τα έκανε ανάποδα απ’ ό,τι συνηθίζανε οι άνθρωποι, έτσι κι ο θρίαμβος που έκανε, ήτανε θρίαμβος της φτώχειας και της ταπεί­νωσης. Ο Ρωμαίος ύπατος ήτανε καθισμένος απάνω σε θρόνο και σε χρυσό αμάξι, μα ο Χριστός ήτανε καβαλικεμένος απάνω σ' ένα πουλάρι, σ' ένα γαϊδουρόπουλο, πούνε το πιο ταπεινό και καταφρονεμένο ανάμεσα στα ζώα.

Κι' ο ίδιος ήτανε ταπεινός, πράος, ήσυχος, φτωχοντυμένος, κατά την προφητεία που έλεγε: «Είπατε τη θυγατρί Σιών· Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι πράος και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον, υιόν υποζυ­γίου». Το χέρι του δεν βαστούσε σκήπτρο, αλλά βλογούσε τον κόσμο. Από πόλεμο ερ­χότανε και κείνος, μα έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κα­κία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία. Και δεν πήγαινε να ξεκου­ραστεί απ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλά πήγαινε ν' αρχίσει άλλον, πιο σκληρόν, και να στεφανωθεί μ' αγκαθένιο στεφάνι και να δαρθεί και να περιπαιχθεί και στο τέλος να καρφωθεί απάνω σ' ένα ξύλο σαν κακούρ­γος.

Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμέ­νους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψα­ράδες, καταφρονεμένους σαν και κείνον. Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευ­θέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του. Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε «Ευλογη­μένος ο ερχόμενος» και κρατούσανε αντί για σημαίες και για μπαϊράκια κλαδιά πράσινα των δέντρων. Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊ­δούρι και να περάσει. Κι αυτό το βλογημένο πήγαινε με σκυμμένο το κεφάλι, ταπεινό, ανήξερο, σηκώνοντας τον Χριστό που καθότανε πρωτύτερα απάνω στα τρομερά εξαφτέρουγα σεραφείμ που είναι από φωτιά. Δεν αξιώθηκε να τον σηκώσει κανένα χρυσό αμάξι, μητε άλογο άκριβοσελωμένο, μητε καμμιά κούνια που να τη βαστάνε αντρειω­μένοι βαστάζοι, αλλά τον σήκωνε το γαϊ­δούρι. Ποιο μάτι δεν δακρύζει άμα συλλο­γιστεί αυτό το μυστήριο!

Ο Χριστός ανα­ποδογύρισε όσα είχε για σωστά και για α­ληθινά ο αμαρτωλός ο άνθρωπος. Ποιος όμως είναι σε θέση να νοιώσει την ελευθερία που μας έφερε και να ακολουθήσει το που­λάρι με το σκοινένιο καπίστρι κι όχι τ' αφρισμένα τάλογα που χλιμιντράνε καμαρω­τά και να μη μπει στη Ρώμη με τα πολλά τα είδωλα, παρά να μπει μαζί με τον βασι­λιά της ειρήνης στην Απάνω Ιερουσαλήμ;

Πολλοί, που είναι σοβαροί άνθρωποι, θα πούνε πως δεν τα καταλαβαίνουνε αυτά και πως τα παιδιά παιδιακίζουνε κ' οι άντρες αντρειεύουνται. Τα ίδια λέγανε κ' οι αρχιε­ρείς κ' οι σπουδασμένοι. «Ιδόντες δε οι αρχιερείς και γραμματείς τα θαύματα α εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας: Ωσαννά τω υιω Δαυίδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ: Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν; Ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς: Ναι· ουδεποτε ανέγνωτε ότι «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον;» Και καταλιπών αυτούς εξήλθεν έξω της πό­λεως». Οι αρχιερείς κ' οι γραμματείς διαβάσανε τον ψαλμό του Δαυίδ που έλεγε πως θα προϋπαντήσουνε τον Χριστό τα νήπια και δεν πιστέψανε ωστόσο σ' αυτόν που υμνολογούσανε. Αμή εμείς που διαβάσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο και τον ψαλμό κι αυτά που είπε ο Χριστός στους Εβραίους, δεν θα κριθούμε πιο αυστηρά αν δεν τον πιστέψου­με; Η ματαιότητα κ' η περηφάνεια μάς κάνουνε να μην καταδεχόμαστε να παμε μαζί με τη φτωχή συνοδεία του, ντρεπόμα­στε να ακολουθήσουμε ένα αρχηγό που πάει καβαλικεμένος απάνω σ' ένα γαϊδούρι. Τα ταπεινά, τα φτωχικά, δεν τα θέλουμε. Μα μπορεί να γίνει χριστιανός όποιος δεν α­γαπά αυτά που αγάπησε ο Χριστός;

Χθες, Σάββατο, ανάστησε έναν πεθαμένο άνθρωπο, τον Λάζαρο. Ποιος ήτανε αυτός ο Λάζαρος; Κανένας επίσημος άνθρωπος, κανένας τρα­νός; Ο Λάζαρος ήτανε φτωχός, χωριάτης, κι όπως λέγει το Ευαγγέλιο, ήτανε φίλος του Χριστού, που είχε φίλους όλους τους ανθρώπους. Έναν φίλο σημειώνει το Ευαγ­γέλιο πως είχε ο Χριστός στον κόσμο, κι αυτός ήτανε φτωχός κι αγράμματος. Μα ποιος από μας αγαπά αυτή την πλούσια φτώχια του Χριστού; Απ' όπου λείπει ο Χριστός, εκεί είναι η φτώχια η αληθινή, όπως απ’ όπου λείπει ο Χριστός λείπει κ' η ζωή η αληθινή και βασιλεύει ο θάνατος. Αυτό θα το καταλάβεις καλώτατα αν γυρί­σεις και δεις γύρω σου κι ακουμπήσεις το κεφάλι σου και συλλογιστείς. Πού είναι εκείνοι οι Ρωμαίοι κ' οι παντοδύναμοι αφέν­τες που κάνανε τους θριάμβους οπού ιστορήσαμε πρωτύτερα; Τι γινήκανε κι αυτοί κι οι μυριάδες που τους προσκυνούσανε και που γονατίζανε μπροστά τους σαν τα καλά­μια που τα γέρνει ο βοριάς; Ποιος τους φέρ­νει στον νου του εξόν κάποιοι που γράφουνε τα ιστορικά εκείνου του καιρού; Κορμιά, ψυχές, θρονιά, διαμαντόπετρες, άλογα, περηφάνειες, φοβέρες, φωνές, όλα πέσανε σ' έναν λάκκο και χαθήκανε και σβύσανε σαν να μη γινήκανε ποτές. Και τι απόμεινε από όλα τούτα στις καρδιές των ανθρώπων; Τί­ποτα κι ακόμα πιο λίγο από τίποτα.

Πλην ο άνθρωπος είναι άπιστος ακόμη και σ' αυτά που βλέπει και σ' αυτά που πιάνει με τα χέρια του και τραβά τον δρόμο που τραβή­ξανε και κείνοι και σέρνει με ευχαρίστηση το άρμα του Νέρωνα, γιατί είναι «νεύρον σιδηρούν ο τράχηλός του». Τ' αυτιά του εί­ναι σφαλιχτά σε Κείνον που λέγει: «Εγώ ειμί Θεός πρώτος και εις τα επερχόμενα εγώ ειμί. Εγώ βοσκήσω τα πρόβατά μου και εγώ αναπαύσω αυτά». Εκείνος που καθότανε απάνω στο γαϊδούρι, εκείνος είναι ζωντανός μέσα στις απλές ψυχές στον αιώνα κ' είναι για δαύτες θροφή, πηγή αθανασίας, χαρά και αγαλλίαση, κατά τον λόγο που λέ­γει : «Ευφρανθήσεται καρδία ζητούντων τον Κύριον». Ναι, όποιος ένοιωσε τη χαρά του Χριστού, είναι σαν τον πεθαμένο που αναστή­θηκε. Στον κόσμο υπάρχουνε πονεμένοι λογής λογής. Όσοι πονάνε στο κορμί και στην ψυχή κι ο πόνος τους καθαρίζει και τους πηγαίνει στον Θεό, αυτοί είναι οι αγα­πημένοι του Χριστού και περπατάνε στη στράτα του με το φως του το παρηγορη­τικό. Οι άλλοι υποφέρουνε άγονα. Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος γράφει στους Κορινθίους: «Νυν χαίρω, ουχ ότι ελυπήθητε, αλλ' ότι ελυπήθητε κατά Θεόν, ίνα εν μηδενί ζημιωθήτε εξ ημών. Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον κατεργάζεται· η δε του κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται». Γι' αυτούς που ελπίζουνε στον Θεό, δεν μετάλλαξε ο Χριστός τον άγονον ίδρωτά τους σε ιδρώτα σωτηρίας, «ιδρώτα ιδρώτι», αλλά θρηνούνε και πονάνε παντοτινά σαν τους ειδωλολάτρες, σφαζόμενοι με τα μαχαίρι της μοίρας. Γι' αυτούς δεν άλλαξε ο Χριστός τον ιδρώτα της αγωνίας τους σε ιδρώτα της προσευχής και της ελπίδας. Όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό και στο Ευαγγέλιο, είναι πεθαμένος, αφού δεν υπάρχει αληθινή ζωή μέσα του. Γιατί ζωή δεν θα πει να ανασαίνεις και να περπατάς και να τρως και να πίνεις, αλλά να νοιώθεις τη χάρη της αθανασίας. Τότε θα μπορείς να ψάλεις μαζί με τον υμνωδό τούτο το εξαίσιο απολυτίκιο:

«Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός. Όθεν και ημείς, ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν. Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυ­ρίου».



ΚΙΒΩΤΟΣ


ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ


ΕΤΟΣ Β’ ΜΑΡΤΙΟΣ 1953 ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 15

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ
ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ

ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΙΚΟΝΑ ΚΙΝΗΤΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ
ΤΟΥ ΝΟΤΙΟΥ ΚΛΙΤΟΥΣ

Ι. ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
Ι. ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ