Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ


(28/11/2010)


Ο επάρατος πλουτισμός


          Στην εποχή της βαθιάς οικονομικής κρίσης που ζούμε, αγαπητοί μου, κατά την οποία οι λαοί γινόμαστε θύματα της διεθνούς και εγχώριας πλουτοκρατίας, το Ευαγγελικό απόσπασμα της ΙΓ Κυριακής του Λουκά, καθίσταται άκρως ενδιαφέρον και επίκαιρο. Ο Χριστός ερωτάται από έναν ιουδαίο άρχοντα για τον τρόπο με τον οποίο θα κατακτήσει την αιώνια ζωή. Τού υποδεικνύει να τηρήσει πιστά τις εντολές του Θεού και, όταν λαμβάνει τη σχετική διαβεβαίωση καλεί τον συνομιλητή Του, να πουλήσει όλα τα υπάρχοντά του, να τα μοιράσει στους πτωχούς και να Τον ακολουθήσει. Ο πλούσιος έπεσε σε μελαγχολία και έφυγε, γιατί δεν ήθελε να στερηθεί τα πλούτη του. Ο Χριστός τότε ομολόγησε ότι ο πλουτισμός είναι εμπόδιο για την κατάκτηση της Βασιλείας των ουρανών. Γιατί συμβαίνει αυτό;
          Το κυνήγι του πλουτισμού δημιουργεί ανθρώπους χωρίς ηθικές αναστολές και αισθήματα. Κατασκευάζει ανθρώπους – μηχανές που λειτουργούν με μόνο και αποκλειστικό σκοπό την αύξηση του πλούτου έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Στο σκοπό αυτό τα διεθνή συστήματα του πλουτισμού δε διστάζουν να θυσιάσουν ανθρώπινα δικαιώματα, να στερήσουν κατοχυρωμένα εργασιακά και ασφαλιστικά προνόμια, να εκμαυλίσουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, δημιουργώντας στρατιές νεόπτωχων, ανέργων και δυστυχισμένων ανθρώπων, χωρίς παρόν και ελπίδα για το μέλλον. Δε διστάζουν να κερδοσκοπήσουν στην πλάτη ολόκληρων κρατών και να εξευτελίσουν την ιστορία λαών, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη σταθερότητα των κερδών τους. Οι κοινωνικές αναταραχές και εξεγέρσεις για την προάσπιση του δικαίου των λαών τούς αφήνουν παντελώς αδιάφορους.
            Το κυνήγι του πλουτισμού δημιουργεί ανθρώπους αιχμαλώτους του χρήματος και τούς οδηγεί στην εκούσια δέσμευση μιας ιδιότυπης σκλαβιάς. Η ζωή τους εξαρτάται από την αυξομείωση των χρηματοοικονομικών δεικτών, χαλαρώνοντας τους ανθρώπινους δεσμούς, περιορίζοντας ή εξαφανίζοντας την ανάγκη της κοινωνικότητας, που δίδει τη θέση της στον επικίνδυνο ατομισμό. Ένας σύγχρονος Ορθόδοξος Ιεράρχης, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο της ιδιότυπης αυτής αυτοδέσμευσης, επισημαίνει: «Εκείνος που ασχολείται συνέχεια με χρήματα, τόκους και δανεισμούς, με κέρδη και επιχειρήσεις, γίνεται χειρότερος και από τα άλογα ζώα, γιατί αποδεικνύεται δούλος κάτω από το χειρότερο αφεντικό. Ενώ πλαστήκαμε από τον Θεό ευγενείς και ελεύθεροι, υποδουλωθήκαμε στον πλούτο. Πράγματι, πολλοί από εμάς τον πλουτισμό τον έχουμε κάνει σκοπό της ζωής μας. Είτε με θεμιτά, είτε με αθέμιτα μέσα, μαζεύουμε συνεχώς και προσπαθούμε να κρατηθούμε στη ζωή αυτή με τα χρήματα. Η ασφάλειά μας δεν είναι ο Θεός, αλλά ο πλούτος και τα υλικά πράγματα»[1]
          Το κυνήγι του πλουτισμού καταστρέφει τη φιλότιμη συνείδηση των λαών που είχαν μάθει να ζουν μέσα από την έντιμη και σκληρή εργασία, νιώθοντας πλούσιοι με τα λίγα, ευτυχισμένοι και αυτάρκεις με τα απλά. Πλέον η έντιμη εργασία θεωρείται ουτοπία και οι νέες γενιές γαλουχούνται με τα «οράματα» της απάτης, της ευκολίας, της «αρπαχτής», της μίζας, των υπόγειων διαδρομών του χρήματος. Αλλά αυτό συμβαίνει γιατί το πρόβλημα ξεκινά από ψηλά. Όταν τα ηγετικά πρόσωπα της κοινωνίας αποδεικνύονται επιρρεπή στο πάθος του πλουτισμού, αποκομίζοντας αδικαιολόγητα προσωπικά κέρδη και οφέλη, χάρη στα δημόσια αξιώματά τους, τότε στέλνουν τα χειρότερα μηνύματα στους λαούς. Λειτουργούν ως τραγικά παραδείγματα προς αποφυγήν και εδραιώνουν ένα σύστημα σήψης και διαφθοράς το οποίο είναι δύσκολο να αποκαθαρθεί, έστω κι αν αποκαλυφθεί.

Και ερχόμαστε στα δικά μας!
Στα όσα εξωφρενικά ζούμε τα δυο τελευταία χρόνια.
Στα όσα μας επέβαλαν με δικτατορικό τρόπο , που τελειωμό δεν έχουν!
Συνέχεια λέω και επιμένω ότι δεν είναι τυχαία. Δεν έγιναν όλα αυτά επειδή τώρα τελευταία είδαν οι φίλτατατοι μας Ευρωπαίοι και μαζί μ΄ αυτούς οι επίσης φίλτατοι μας, Αμερικάνοι, που πάντα και παντού τους βρίσκει όλος ο κόσμος μπροστά τους, η κρίση αυτή δεν είναι μια πραγματική κρίση, αλλά μια κρίση που σκόπιμα κάποιοι δημιούργησαν για να πετύχουν τους δικούς τους στόχους και σκοπούς.
Όλα είναι προμελετημένα και καλά προσχεδιασμένα με τρόπο και σχεδιασμό μαφιόζικο ώστε να γίνουν όλα αυτά και να μας φέρουν σ’  συτό το σημείο. Όλα γίνονται και αποβλέπον στα άνομα σχέδια φερέλπιδων οικονομικών δικτατόρων οι οποίοι σχεδιάζουν να υποδηλώσουν οικονομικά, διοικητικά, ψυχικά, και με κάθε άλλο τρόπο τους ανθρώπους όλης της γης. Βλέπετε τι γίνεται και τι μας ζητάνε συνεχώς. Αποβλέπουν σε μια παγκόσμια δικτατορία!
Σας αναφέρω τι γράφεται για όλα αυτά το 1977. Προσέξτε το το 1977, πριν 15 χρόνια!
«…Αυτοί που μεθοδεύουν υπογείως τα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θέλοντας να επιτύχουν μεγαλύτερη τεχνητή κρίση, επέλεξαν την οδό της οικονομίας. Γι' αυτόν το λόγο πιέζουν τις κυβερνήσεις και τις αναγκάζουν να επιβάλλουν οικονομικό «σφίξιμο» στους λαούς, προκειμένου να κατεβάσουν τους δείκτες της οικονομίας στο όριο που θέτουν. Αυτό όμως έχει ως αποτέλεσμα οι χώρες να σφίγγουν - σαν σε μέγγενη - οικονομικά τους πολίτες τους με δυσβάστακτους φόρους, διάφορες οικονομικές συνεισφορές, διπλασιασμό σχεδόν των αντικειμενικών κριτηρίων και μείωση των κοινωνικών παροχών, με αποτέλεσμα, ναι, μεν, να πέφτουν κατά κάποιον τρόπο οι οικονομικοί δείκτες των χωρών, άλλα να ανεβαίνουν κάποιοι άλλοι δείκτες κατακόρυφα. Πολλές επιχειρήσεις αναγκάζονται να κλείσουν. Φέτος ανακοινώθηκε ότι θα κλείσει το 65% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με την επιβολή των επιπρόσθετων αντικειμενικών κριτηρίων. Κάποιες, για να επιβιώσουν, αναγκάζονται να φοροδιαφεύγουν η να χρηματίζουν κρατικούς υπαλλήλους, προκειμένου να τακτοποιήσουν τις υποθέσεις τους. Και όταν αυτά γίνονται σε επίπεδο επιχειρήσεων, καταλαβαίνετε - με την ανεργία που βασιλεύει - τι γίνεται σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. …Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το γεγονός ότι διάλεξαν τη σύγκλιση των οικονομιών, προκειμένου να ενωθεί η Ευρώπη, γιατί αυτή η σύγκλιση οδηγεί σε οικονομική εξαθλίωση, που ως φυσικό επακόλουθο έχει την απόκλιση από τις ηθικές αρχές. … Το πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αυστηρές προδιαγραφές: … Ο λαός, καταπιεζόμενος από τα δυσβάσταχτα οικονομικά μέτρα και την ηθική κατάπτωση, θα ζήτα εναγωνίως κάποιον να του δώσει τη δυνατότητα να ξανασάνει. Το εναγώνιο αυτό αίτημα του δεν πρόκειται να εισακουστεί, παρά μόνον όταν απελπιστεί εντελώς από όλους τους δικούς του πολιτικούς κι από κάθε εθνικό μέτρο. Φυσικά, τότε οι σκοτεινοί αυτοί κύκλοι θα προβάλλουν τον «άνθρωπο τους», άλλα και το τέλειο σύστημα του παγκοσμίου ελέγχου και την κατάργηση της προσωπικής ελευθερίας με τη δικαιολογία ότι θα είναι η λύση, για να ελαχιστοποιηθούν πλέον όλοι οι δείκτες εγκληματικότητας, διαφθοράς κ.λ.π., που με την σκληρή πολιτική λιτότητας ανέβηκαν σε υψηλά επίπεδα. (ΣΤΗ ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ . ιερομονάχου Χριστοδούλου Αγιορείτου  Άγιον Όρος 1997,  σελ. 108 – 109).

Αδελφοί μου!
          Ο Παπαδιαμάντης είχε χαρακτηρίσει την πλουτισμό και την πλουτοκρατία «μόνιμο άρχοντα του κόσμου και διαρκή αντίχριστο. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς»[2]. Να γιατί είναι σταθερό και μόνιμο εμπόδιο για την κατάκτηση της Βασιλείας των ουρανών. 

          Να γιατί υποθηκεύεται η ζωή μας, το μέλλον των παιδιών μας, το μέλλον της πατρίδας μας.
………………………………………………………………………………………
Το κείμενο με πλάγια γραφή είναι προσθήκες δικές μας στο κήρυγμα της Ι. Μ. Δημητριάδος.
         


[1] Ιωήλ, Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης & Αλμωπίας, «Θυσία Εσπερινή», σελ. 102
[2] «Χαλασοχώρηδες»

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

ΕΙΣΟΔΙΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ



Μαζί με το χειμώνα, αδελφοί μου, που ξεκινά στο ημισφαίριο μας, ξεκινά και η Εκκλησία του Χριστού, η Εκκλησία μας τις προετοιμασίες της για να εορτάσει ένα ακόμα λαμπρό Πάσχα. Να μην παραξενευόμαστε ακούγοντας τον όρο αυτό γιατί έγινε πλέον δόκιμος και χρησιμοποιείτε από Θεολόγους και για  άλλα σημαδιακά γεγονότα στην ανθρώπινη πορεία στη γη ετούτη. Είναι το Πάσχα του χειμώνα, όπως αποκαλεί ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν τη Γέννηση του Χριστού. Βλέπεις τρεις από τις τέσσερις εποχές μας έχουν το Πάσχα τους. Η Άνοιξη το πρώτο, το Αναστάσιμο Πάσχα. Το καλοκαίρι το Πάσχα της Παναγίας μας, ο χειμώνας τούτο, που τώρα, από τις 14 του Νοέμβρη, ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε.
          Πράγματι, αγαπητοί Χριστιανοί. Πρόκειται για Πάσχα. Μήνυμα ελπίδας μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Τούτο είναι μια πραγματικότητα που γίνεται βίωμα, προσωπική εμπειρία του κάθε πιστού που τρέφεται με τα νάματα της Ορθοδοξίας.
Αδελφοί μου.
Δυο γεγονότα κορυφώνονται με την εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου στις 21 του Νοέμβρη.
Για το πρώτο: «Χαίρει ο ουρανός και η γη τον ουρανόν τον νοητόν πορευόμενον ορώντες εις θείον οίκον ανατραφήναι σεπτώς»
Το πρόσωπο τής Παναγίας μας. Η κορυφαία προσφορά της ανθρωπότητας στο σχέδιο τής θείας οικονομίας. Το πρόσωπο της Παναγίας μας, ο καθαρώτατος νας το Σωτρος, πολυτίμητος παστς κα Παρθένος, τ ερν θησαύρισμα τς δόξης το Θεο, σήμερον εσάγεται, ν τ οκ Κυρίου, τν χάριν συνεισάγουσα, τν ν Πνευματι θεί· ν νυμνοσιν γγελοι Θεο. Ατη πάρχει σκην πουράνιος…
O άνθρωπος επιλέγει το θάνατο αντί της ζωής, και ο Θεός βοηθεί τον άνθρωπο να διαβεί το θάνατο στην αιωνιότητα. Κι αυτό  Το πρόσωπο-κλειδί, λοιπόν, στην όντως παράδοξη ιστορία τής αγάπης τού Θεού είναι η Θεοτόκος, που τίκτει την αλήθεια και τη ζωή, στο πρόσωπο τού Ιησού Χριστού, και λαμβάνει την κορυφαία θέση στη γενεαλογία τού ανθρωπίνου γένους.
Έτσι σήμερα με την ευλογημένη είσοδο της Παρθένου Μαρίας στο Ναό έχουμε και την απαρχή της πραγματοποιήσεως της προαιώνιας βουλής του Τριαδικού Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Στην υμνολογία της μεγάλης αυτής εορτής ψάλλουμε πως «Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις». Η χαραυγή της λυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους από τη δουλεία της αμαρτίας. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας εορτάζει λαμπρά το γεγονός.
Το δεύτερο είναι ο πανηγυρικός Χριστουγεννιάτικος παιάνας που επίσημα πλέον αντηχεί από σήμερα στην απανταχού Ορθοδοξία. Οι καταβασίες των Χριστουγέννων. «Χριστός γεννται δοξάσατε…» Η πρώτη επίσημη αναγγελία της Γεννήσεως του Χριστού που ταιριάστηκαν εξαίσια μ’ αυτή τη μεγάλη Θεομητορική γιορτή της εισόδου της Θεοτόκου εις τα Άγια των Αγίων, αφού με την αφιέρωση αυτή της Μαριάμ υπογράφεται τρόπον τινά το συμβόλαιο ότι από αυτή θα γεννηθεί ο μεσσίας και μαζί η σωτηρία του ανθρώπου.  

Αδελφοί μου!

          Όλα και σ’ αυτή την περίοδο, υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. όλα υπογραμμίζουν τη χαρά για τη σωτηρία. Ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο δρακί την πάσαν έχων κτίσιν», η προσδοκία των εθνών, εκείνος για τον οποίο μίλησαν οι προφήτες, κατά ένα τρόπο μυστικό, «γεννάται εκ Παρθένου».
          Ο π. Θωμάς Χόπκο, Ρώσος θεολόγος στο βιβλίο του ‘Χειμωνιάτικη Πασχαλιά» μας λέει:
          «Ο Ιησούς βρίσκεται ως βρέφος στο σπήλαιο βασι­λεύοντος του Καίοαρος Αυγούστου έτσι, ώστε να δύναται να βρεθεί στον τάφο επί Ποντίου Πιλάτου. Καταδιώχθηκε από τον Ηρώδη έτσι, ώστε να μπορέσει να συλληφθεί από τον Καϊάφα. Τάφηκε στο βάπτισμα έτσι, ώστε να μπορέσει να φθάσει μέχρι το σταυρικό θάνατο. Τον προσκύνησαν οι μάγοι έτσι, ώστε ολόκληρη ή κτίση να μπορέσει να Τον προσκυνήσει κατά το θρίαμβο του επί του θανάτου. Το Πάσχα του Σταυρού Του προετοιμάσθηκε από το Πάσχα της ελεύσεως Του. Το Πάσχα της Αναστάσεως του ξεκίνησε με το Πάσχα της ενσαρκώσεως Του. Το Πάσχα της δόξης Του προαγγέλθηκε με το Πάσχα του Βαπτίσματος Του. Να τι εορτάζουν κάθε χρόνο οι Χριστιανοί σε εκείνο που πρώτος ο πατήρ Αλέξανδρος Σμέμαν αποκάλεσε «Πάσχα του χειμώνα.»
Καλούμαστε και πάλι, αδελφοί μου, από σήμερα επίσημα και έντονα να γιορτάσουμε ή επί τα ακριβέστερο, να ζήσουμε αληθινά το μεγάλο γεγονός της σωτηρίας και της λυτρώσεως των ανθρώπων και του κόσμου από τα δεινά των κακών και του διαβόλου. Καλούμαστε να δεχθούμε το μυστήριο της σαρκώσεως του Θεού και να γεμίσουμε με θεία χάρη και ευλογία. 
Οι άγιοι Πατέρες μας καλούν να ανοίξουμε τα μάτια της καρδιάς και να μελετήσουμε το μεγάλο αυτό μυστήριο, που κυριολεκτικά άλλαξε τη μορφή του κόσμου.  Πριν από τη γέννηση του Κυρίου Ιησού ο κόσμος ζούσε στο σκοτάδι της απιστίας και της ειδωλολατρίας με φωτεινές εξαιρέσεις.  Όμως ο Θεός δεν εγκατέλειψε το πλάσμα του. Στον κατάλληλο χρόνο στέλνει στη γη τον μονογενή Του Υιό , για να σώσει τον κόσμο και τον άνθρωπο. «Ο Θεός επί γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη» (Βαρούχ γ’ 38). Ο αόρατος γίνεται ορατός, ο απρόσιτος προσιτός, ο Θεός μαζί  με τους ανθρώπους. Μέγα και παράδοξον το μυστήριον. Ήλθε στη γη όχι όπως αυτός μπορούσε, αλλά όπως εμείς μπορούσαμε να τον δούμε και να τον καταλάβουμε.     Γι’ αυτό έγινε άνθρωπος με σάρκα· για να επικοινωνήσει καλύτερα με μας. Ο Ιερός Χρυσόστομος τονίζει χαρακτηριστικά : «Πώς έγινε τούτο το εκπληκτικό και αξιοθαύμαστο; Ένεκα της δικής Του αγαθότητος και όπως ένας βασιλέας βγάζει την βασιλική στολή και σαν απλός στρατιώτης ρίχνεται στη μάχη, για να μη αναγνωρισθεί από τον εχθρό και έτσι πετύχει τη νίκη, έτσι και ο Χριστός ήρθε  με ανθρώπινη μορφή, για να μην αναγνωρισθεί και αποφύγει ο εχθρός τη σύγκρουση μαζί του, αλλά και για να μη φοβίσει τους ανθρώπους, γιατί ήρθε για να τους σώσει και λυτρώσει»
                                    
«Χριστός γεννται, δοξάσατε∙     Χριστός ξ ορανν παντήσατε.
Χριστός πί γς ψώθητε.  σατε τ Κυρί πσα γ,
και ν εφροσύν νυμνήσατε λαοί∙     τι δεδόξαστε»

Χριστός γεννάται∙ Από τα στόματα όλων ας ακουστεί δοξολογία.
Εσείς οι άνθρωποι, μαζί με τους Αγγέλους, ενώστε τη φωνή σας και όλοι συμψάλλατε «Δόξα ν ψίστοις Θε και πί γς ερήν ν νθρώποις εδοκί».
Ο Χριστός έρχεται από τους ουρανούς, όλοι, σαν τους ποιμένες, σαν τους Μάγους, τρέξτε να τον υποδεχθείτε.
Ο Χριστός φάνηκε πάνω στη γη. Στη Βηθλεέμ, στο σπήλαιο, στη Φάτνη, σπαργανωμένος, είναι ανάμεσα μας, είναι κοντά μας, είναι δίπλα μας∙  εσείς οι άνθρωποι ανεβείτε από τη γη στους ουρανούς. Ξεκολλήστε το νου, τη ψυχή, τη καρδιά σας, από τα γήινα και τα χοϊκά και ανεβείτε στα επουράνια, τα άφθαρτα, τα αιώνια.
Όλοι οι λαοί, απ’ άκρο σ’ άκρο της γης, Ανατολή και Δύση, Βορρά και Νότο, όλη η οικουμένη, άσατε, ανυμνήσατε, ψάλλατε άσματα  στον Κύριο με χαρά και ευφροσύνη, γιατί για σας Αυτός είναι ο πλέον δοξασμένος και από Αγγέλους και από ανθρώπους».
Εδώ ο εμπνευσμένος και όντως Θεοφώτιστος ποιητής του πανηγυρικού αυτού κανόνος των Χριστουγέννων, θέλοντας να εκφράσει τη χαρά και τον ενθουσιασμό του για την μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων, τη Μητρόπολη των εορτών, παίρνει ένα πανηγυρικό λόγο, του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, που έτσι ακριβώς αρχίζει, τον κάνει ποίημα,  και πλέκει έτσι με το δικό του αριστοτεχνικό τρόπο, το χαρμόσυνο και πανηγυρικό αυτό ύμνο και τον κάνει το σήμα κατατεθέν της του Χριστού Γέννας.
Οι ρήτορες όταν θέλουν να παρουσιάσουν ένα γεγονός περασμένο πιο έντονα, συνηθζουν να το αναφέρουν σαν να συμβαίνει τώρα. Έτσι και τώρα ο Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος στον πανηγυρικό του λόγο δεν αναφέρει «Χριστός εγεννήθη», αλλά «Χριστός γεννται». Τώρα γεννιέται ο Χριστός. Αυτή τη φράση χρησιμοποιεί και ο ποιητής του κανόνος. ¨όμως το «Χριστός γεννται», μπαίνει και για ένα άλλο λόγο. Η Γέννηση του Χριστού, το μέγα αυτό Μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Θεού, συντελέστηκε βέβαια τότε, σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή της ιστορίας, όμως στην Εκκλησία, συντελείται αέναα. Ο Χριστός γεννιέται στη ψυχή μας πάντοτε. Σαρκώνεται μέσα στον καθέναν μας που πιστεύει και ελπίζει στην εν Χριστώ σωτηρία. 
Περιμένουμε τη μεγάλη γιορτή της γεννήσεως, αδελφοί μου! Ήδη πριν δυο βδομάδες περίπου έχει ξεκινήσει η νηστεία των Χριστουγέννων. Βέβαια λίγοι τη  θυμούνται, λιγότεροι την ασπάζονται και οι περισσότεροι αν δεν την κοροϊδεύουν, την αγνοούν και αδιαφορούν. Όπως όμως και να το κάνουμε χωρίς νηστεία, χωρίς κάποια θυσία, δεν έχει καμιά αξία, δεν μας προκαλεί την παραμικρή συγκίνηση  η γιορτή, όταν θα έλθει, και το Χριστουγεννιάτικο, γιορτινό, οικογενειακό τραπέζι καμιά διαφορετικότητα· τίποτα το ξεχωριστό από όλες τις, άλλες ημέρες. Στις 21 του μηνός μαζί με τη γιορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, ξεκινούν
Και ο Υιός του Θεού αναμένει την ανταπόκριση τη δικής μας. Μας αγάπησε, ζητά να τον αγαπήσουμε και μεις. Να του ανοίξουμε την καρδιά και τη ζωής μας. Να συνδεθούμε μαζί του. Σαν μια ελάχιστη συμμετοχή στις ημέρες αυτές και στη «Μητρόπολη των εορτών» που αναμένουμε, θα προσπαθήσουμε στις ομιλίες των ημερών τούτων να ακουμπήσουμε όσο μπορούμε το νόημα της εορτής. Ίσως κάποιο καμπανάκι χτυπήσει μέσα μας, ίσως κάνουμε κάτι για Χριστούγεννα με Χριστό.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Νηστεία των Χριστουγέννων: Πότε, γιατί και πώς;


H νηστεία των Χριστουγέννων

orthodox-answers.blogspot.com

1. Δεύτερη μακρά περίοδος νηστείας μετά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι η νηστεία των Χριστουγέννων, γνωστή στη γλώσσα του ορθοδόξου λαού μας και ως σαραντα(η)μερο. Περιλαμβάνει και αυτή σαράντα ημέρες, όμως δεν έχει την αυστηρότητα της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Αρχίζει την 15η Νοεμβρίου και λήγει την 24η Δεκεμβρίου.
2. Η εορτή της κατα σάρκα γεννήσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη Δεσποτική εορτή του χριστιανικού εορτολογίου. Μέχρι τα μέσα του
Δ' αιώνα η Εκκλησία της Ανατολής συνεόρταζε τη γέννηση και τη βάπτιση του Χριστού υπό το όνομα τα Επιφάνεια την ίδια ήμερα, στις 6 Ιανουαρίου. Τα Χριστούγεννα ως ξεχωριστή εορτή, εορταζομένη στις 25 Δεκεμβρίου εισήχθη στην Ανατολή από τη Δύση περί τα τέλη του Δ' αιώνα.
Ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος, που πρώτος ομιλεί για την εορτή των Χριστουγέννων, την ονομάζει «μητρόπολιν πασών των εορτών» και μας πληροφορεί περί το 386 ότι «ούπω δέκατον έστιν έτος, εξ ου δήλη και γνώριμος ημίν αύτη η ημέρα (της εορτής) γεγένηται».
Με τη διαίρεση της άλλοτε ενιαίας εορτής και την καθιέρωση των τριών ξεχωριστών εορτών, της Γεννήσεως την 25η Δεκεμβρίου, της Περιτομής την 1η και της Βαπτίσεως την 6η Ιανουαρίου, διαμορφώθηκε και το λεγόμενο Δωδεκαήμερον, δηλαδή το εόρτιο χρονικό διάστημα από τις 25 Δεκεμβρίου ως τις 6 Ιανουαρίου. Έτσι διασώθηκε κατά κάποιο τρόπο η αρχαία ενότητα των δύο μεγάλων εορτών της Γεννήσεως και της Βαπτίσεως του Κυρίου.
3. Ή μεγάλη σημασία που απέκτησε με την πάροδο του χρόνου στη συνείδηση της Εκκλησίας η νέα εορτή των Χριστουγέννων και η ευλάβεια των πιστών και ιδιαίτερα των μοναχών, απετέλεσαν τις προϋποθέσεις για την καθιέρωση και της προ των Χριστουγέννων νηστείας. Σ' αυτό ασφαλώς επέδρασε και η διαμορφωμένη ήδη τεσσαρακονθήμερη νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής που προηγείτο του Πάσχα.
Όπως η εορτή έτσι και η νηστεία, ως προετοιμασία για την υποδοχή των γενεθλίων του Σωτήρος, εμφανίστηκε αρχικά στη Δύση, όπου η νηστεία αυτή ονομαζόταν Τεσσαρακοστή τον άγιου Μαρτίνου επειδή άρχιζε από την εορτή του άγιου τούτου της Δυτικής Εκκλησίας. Το ίδιο επανελήφθη και σ' εμάς, όπου πολλοί τη νηστεία των Χριστουγέννων ονομάζουν του άγιου Φιλίππου επειδή προφανώς αρχίζει την επομένη της μνήμης του Αποστόλου. Οι πρώτες ιστορικές μαρτυρίες, που έχουμε για τη νηστεία προ των Χριστουγέννων, ανάγονται για τη Δύση στον Ε' και για την Ανατολή στον ΣΤ' αιώνα. 'Από τούς ανατολικούς συγγραφείς σ' αυτήν αναφέρονται ό Αναστάσιος Σιναιτης, ό πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος ο Ομολογητής, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, καθώς επίσης και ο πατριάρχης Αντιοχείας Θεόδωρος Βάλσαμων.
4. Ή νηστεία στην αρχή, καθώς φαίνεται, ήταν μικρής διάρκειας. Ό Θεόδωρος Βαλσαμων, που γράφει περί τον ΙΒ' αιώνα —και κατά συνέπεια μας πληροφορεί για τα όσα ίσχυαν στην εποχή του —, σαφώς την ονομάζει «επταήμερον». Όμως υπό την επίδραση της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής επεξετάθη και αυτή σε σαράντα ήμερες, χωρίς εν τούτοις να προσλάβει την αυστηρότητα της πρώτης.
Πως θα πρέπει να την νηστεύουμε; Καθ' όλη τη διάρκεια του σαρανταημέρου δεν καταλύουμε κρέας, γαλακτερά και αυγά. Αντίθετα, επιτρέπεται να καταλύουμε ψάρι όλες τις ήμερες — πλην, φυσικά, της Τετάρτης και της Παρασκευής— από την αρχή μέχρι και την 17η Δεκεμβρίου. Ψάρι καταλύουμε επίσης και κατά την εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, οποιαδήποτε ημέρα κι αν πέσει.
'Από την 18η μέχρι και την 24η Δεκεμβρίου, παραμονή της εορτής, επιτρέπεται η κατάλυση οίνου και ελαίου μόνο — εκτός, βέβαια, των ημερών Τετάρτης και Παρασκευής που θα παρεμβληθούν και κατά τις οποίες τηρούμε ανέλαιη νηστεία. Επίσης με ξηροφαγία θα πρέπει να νηστεύουμε την πρώτη ήμερα της νηστείας, 15η Νοεμβρίου, καθώς και την παραμονή της εορτής, έκτος βέβαια κι αν πέσουν Σάββατο η Κυριακή.

ΝΗΣΤΕΙΑ: ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΠΑΣΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ
«Επίσης οφείλουμε να μην τηρούμε μόνο την τάξη της νηστείας που αφορά τις τροφές, αλλά να απέχουμε και από κάθε αμαρτία, έτσι ώστε, όπως νηστεύουμε ως προς την κοιλιά, να νηστεύουμε και ως προς τη γλώσσα, αποφεύγοντας την καταλαλιά, το ψέμα, την αργολογία, τη λοιδορία, την οργή και γενικά κάθε αμαρτία που διαπράττουμε μέσω της γλώσσας.
Επίσης χρειάζεται να νηστεύουμε ως προς τα μάτια. Να μη βλέπουμε μάταια πράγματα. Να μην αποκτούμε παρρησία διά μέσου των ματιών. Να μην περιεργαζόμαστε κάποιον με αναίδεια. Ακόμη θα πρέπει να εμποδίζουμε τα χέρια και τα πόδια από κάθε πονηρό πράγμα.
Με αυτό τον τρόπο νηστεύοντας μια νηστεία ευπρόσδεκτη στον Θεό, αποφεύγοντας κάθε είδους κακία που ενεργείται διά μέσου της καθεμιάς από τις αισθήσεις μας, θα πλησιάζουμε, όπως είπαμε, την άγια ήμερα της αναστάσεως αναγεννημένοι, καθαροί και άξιοι της μεταλήψεως των άγιων μυστηρίων».
ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ

Από το "Η νηστείαι της Εκκλησίας", Αρχιμ. Συμεών Κούτσα Εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 88-92

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Ο ΥΨΙΠΕΤΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΕΤΟΣ


 




"Μύσας ὁ χρυσοῦς Ἰωάννης τὸ στόμα,
Ἀφῆκεν ἡμῖν ἄλλο τὰς βίβλους στόμα.
Ἀμφὶ τρίτην δεκάτην σίγησεν χρύσεα χείλη".



 ------------------------------------

Είναι πραγματικά δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο, μέσα σε λίγα λεπτά να καταφέρεις να δώσεις έστω και μια αμυδρά εικόνα, να μπορέσεις να σκιαγραφήσεις  μια αγία μορφή, να αναφερθείς σε μια αφάνταστα μεγάλη προσωπικότητα σαν αυτή που η Εκκλησία μας σήμερα τιμά.
          Μέγας, μέγιστος πατήρ της Εκκλησίας, όσιος Ποιμένας και Ιεράρχης,   οικουμενικός  διδάσκαλος  και φωστήρας της οικουμένης. Πώς θα μιλήσουμε για τον χρυσόρειθρο ποταμό  της Εκκλησίας  και την χρυσόφθογγο της ευσεβείας κιθάρα και δεν θα  αδικήσουμε; Πώς θα ανοίξουμε το στόμα μας εμείς οι ελάχιστοι απέναντι στην καλλικέλαδο του Ιερού άμβωνος αηδόνα; Όμως  παρά τις αδυναμίες μας, παρά του ότι, νάνοι εμείς  καταπιανόμαστε με γίγαντα  δεν μπορούμε να μην σημειώσουμε έστω ελάχιστα για τον αστέρα τον παμφαή που και σήμερα αν και πέρασαν 16 αιώνες απ΄ την  οσιακή κοίμηση του συνεχίζει να ρίχνει άπλετο φως  στα σκοτεινά μονοπάτια της πονεμένης ανθρωπότητας  της 3ης χιλιετηρίδας .
            Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Χρυσός όχι μόνο στη γλώσσα μα και στο νου και στην καρδιά  και στην ψυχή. Μια ζωή γεμάτη φως, γεμάτη αλήθεια .δράση, αγώνα ,αγάπη, συμπόνια, ηθική ανωτερότητα, ψυχικό μεγαλείο, άφθαστη πνευματική διαύγεια και λόγο θεόπνευστο. Μια ζωή που πέρασε μέσα από συμπληγάδες. Μια ζωή χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς υποτελικό σκύψιμο, μια ζωή μόνο φως. «Πανηγυρίζει γαρ ο ουρανός άνωθεν ,αναφέρει σ’ έναν εγκωμιαστικό του λόγο στον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, και οι εν τω ουρανώ άγγελοι και μακάριοι, έχοντες εν μέσω αυτών την αγγελοειδή ψυχήν και το μακάριον πνεύμα του θείου Χρυσοστόμου, ολολαμπές και ολόφωτον και από κάθε μέρος εκλάμπον τας μαρμαρυγάς και ελλάμψεις της θείας μακαριότητος. Πανηγυρίζει δε και η γη, κάτωθεν, και πάντες οι εν τη γη άνθρωποι, έχοντες το ζωομύριστον και ιερόν και θαυματόβρυτον αυτού λείψανον και απολαμβάνοντες εξ αυτού, καθ’ εκάστην και πλουσίας τας χάριτας των θαυμάτων και ιαμάτων. Και ούτω γίνεται ,σήμερον, μία κοινή χαρά και μία παγκόσμιος πανήγυρις του ουρανού ομού και της γης και των αγγέλων άμα και των ανθρώπων».
          Κοινή λοιπόν χαρά του ουρανού και της γης  η σημερινή εορτή. Συνεορτάζει η εν τω ουρανώ θριαμβεύουσα Εκκλησία μαζί με την επί γης στρατευομένη. Τιμά και δοξάζει και καυχάται για τον μέγα εν ιεράρχαις, τον υψιπέτη αετό που με τα υπερφυσικά και επουράνια χαρίσματα του ανεδείχθη όντως «ο ποιμήν ο καλός» ο οποίος «την ψυχήν αυτού έθεσε υπέρ των προβάτων».
          Αλήθεια, αγαπητοί Χριστιανοί, ποιος θα περίμενε  από ένα καλομαθημένο πλουσιόπαιδο της Αντιόχειας ,από ένα μοναδικό κληρονόμο αξιοζήλευτης περιουσίας  και γόνο ένδοξης αριστοκρατικής γενιάς  ν’ αψηφήσει τα πάντα, να απομακρυνθεί από περιουσίες και δόξες  και ν΄ αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Χριστό ; Ποιος θα περίμενε από ένα δεινό ρήτορα και πετυχημένο δικηγόρο της εποχής ν’ απαρνηθεί τον κόσμο και να τρέχει στα σπήλαια και τις  ερημιές  για να επικοινωνήσει με το Θεό, ένα Θεό που οι ειδωλολάτρες της εποχής  χλεύαζαν και όσοι πίστευαν σ’ Αυτόν ήσαν οι πλέον παρανοϊκοί! Ποιος θα περίμενε ότι μια εικοσάχρονη χήρα, η Ανθούσα, θα κατόρθωνε μόνη της να  οικοδομήσει ένα τόσο λεπτό πνεύμα και ένα τόσο ευαίσθητο χαρακτήρα  στο νεαρό γιο της, ώστε και αυτοί οι ειδωλολάτρες να θαυμάζουν και να ομολογούν όπως ο ρητοροδιδάσκαλος Λιβάνιος «Πω, πω! τι θαυμάσιες γυναίκες υπάρχουν στους Χριστιανούς!». Πολλοί έκριναν τις επιλογές του αυτές κατώτερες από την αξία του .Ο ίδιος όμως έκρινε τον εαυτό του κατώτερο από τα μεγαλεία του Θεού που κλήθηκε να διακονήσει . Οι περιστάσεις και η ιστορία τους διέψευσε όλους. Οι πρώτοι διαψεύστηκαν γιατί στο πρόσωπο του η Εκκλησία απέκτησε τον ποιμένα τον καλόν που στέκεται στο πλευρό του ποιμνίου του κάθε στιγμή και είναι έτοιμος να δώσει τα πάντα γι’ αυτό. Ο ίδιος διαψεύστηκε γιατί όχι μόνο διακόνησε την Εκκλησία με σωφροσύνη και αυταπάρνηση μα έγινε και μέτρο σύγκρισης και δόξα αιώνια της θείας μεγαλοσύνης.
          Το 385 τον συναντάμε πρεσβύτερο στην Αντιόχεια να διαπρέπει στον άμβωνα με πύρινους λόγους και να πρωτοπορεί στα έργα αγάπης. Καθημερινά χιλιάδες ανήμπορων και πεινασμένων εύρισκαν κοντά του ανακούφιση και θαλπωρή. Και να σημειώσουμε ότι το σκέφτηκε πολύ προτού αποφασίσει να πει το ναι στις προτάσεις που του γίνονταν για να χειροτονηθεί κληρικός. Όχι βέβαια πως δεν του άρεσε ούτε όπως σήμερα που θεωρούν υποτιμητικό το να γίνει κάποιος κληρικός μα επειδή θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο για ένα τόσο υψηλό υπούργημα.
          Αργότερα και πάλι παρά τη θέληση του, για τη δόξα της Εκκλησίας, τοποθετείται Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Εδώ κυριολεκτικά τον απήγαγαν οι ίδιοι οι Χριστιανοί και τον μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Την Βασιλεύουσα των πόλεων που απεδείχθη γι’ αυτόν ο τόπος της δόξας του μα και του Γολγοθά του. Οι φροντίδες του όλο και πλήθαιναν. Κι αυτός τελειομανής, δεν έδινε «ύπνον τοις κροτάφοις» του για να τα προλάβει όλα.
          Διοικητικές, ποιμαντικές, κατηχητικές, κοινωνικές, απολογητικές οι μέριμνες του. Όγκος δουλειάς κι αυτός με το βλέμμα πάντα στραμμένο στο τέλειο και προπαντός το κεφάλι ψηλά.
          Στο κηρυκτικό έργο υπήρξε δεινός και άοκνος ρήτορας. Οι χαρακτηρισμοί  του σαν «χρυσή λύρα του Αγίου Πνεύματος» και ποταμού χρυσορρήμονος, είναι οι πλέον κατάλληλοι για να αποδώσουν σ΄  αυτόν την δεινότητα και του πνεύματος και του λόγου. «Όταν κήρυττε, τα λόγια του, οι παραστατικές εικόνες, και καταπληκτικές συγκρίσεις, ενώπιον των ακροατών του ,ήταν ο λόγος που τον άκουγαν με προσοχή και με κομμένη την αναπνοή σαγηνευμένοι από την μαγεία των λόγων του, εξ αιτίας των οποίων μερικές φορές ξεσπούσαν σε χειροκροτήματα» (Βλέπε Πρακτικά ΙΣΤ.Θεολογικού Συνεδρίου Ι.Μ.Θες/νίκης σελ.90 ).
          Στο έργο της διακονίας του ποιμνίου του ούτε λύγιζε, ούτε φοβόταν, ούτε υποχωρούσε, ούτε συμβιβαζόταν με τίποτε. Δεν υπολόγιζε κανέναν, όταν διαπίστωνε ότι η αδικία έπνιγε τη δικαιοσύνη. Δεν λογάριαζε ούτε αυτούς ακόμα τους αυτοκράτορας. Τα ΄βαλε με την αυτοκράτειρα Ευδοξία για την αδικία την σκληρότητα και τη ματαιοδοξία της και φυσικά κατάληξε στην εξορία. Ο λαός ο οποίος τέτοιο αρχιερέα ζητούσε επαναστατεί .Επιστρέφει και αλύγιστος συνεχίζει το έργο του ,χωρίς να πτοηθεί, χωρίς «να βάλει νερό στο κρασί του». Τα βάζει για μια ακόμη φορά με την αυτοκράτειρα και εξορίζεται ξανά. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια με τα οποία άρχισε μια ομιλία του τον Ιούνιο του 404  στη μνήμη του Γενεσίου του Τιμ.Προδρόμου : «Πάλιν Ηρωδιάς μαίνεται, πάλιν ταράττεται πάλιν ορχείται, πάλιν ζητεί την κεφαλήν Ιωάννου επί πίνακι». Λόγια που ελήφθεισαν ως έμμεσες βολές κατά της Ευδοξίας για την απαράδεκτη ζωή της, με αποτέλεσμα οι  στρατιώτες που θα τον οδηγούσαν και πάλι στην εξορία να πάρουν την εντολή «όσο πιο μακριά μπορείτε».  Εκεί πλέον ασθενής, ταλαιπωρημένος, εξαντλημένος μα ευτυχισμένος και χαρούμενος, στις 14 Σεπτεμβρίου του40, παραδίδει την αγία ψυχή του σ’ Αυτόν που τόσο αγάπησε και στον οποίο τόσα και τόσα πρόσφερε. Τερμάτισε  την επίγεια ζωή του στα Κόμανα του Πόντου ψελλίζοντας τα λόγια «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν». Η εκκλησία μας τιμά την μνήμη του στις 13 Νοεμβρίου για να μην συμπίπτει με την μεγάλη εορτή της Υψώσεως του Τιμ. Σταυρού .
          Γενικότερα όπως μας αναφέρει  ο άγ.Νικόδημος  ο Αγιορείτης, ο ι. Χρυσόστομος  υπήρξε :
Α). Επίγειος Άγγελος. Έζησε αληθινά ισάγγελο ζωή. Ζωή ασκήσεως, προσευχής, αγρυπνίας .
Β). Απόστολος. Αφού με την πάγχρυσον του διδασκαλίαν ,εσαγήνευσε τόσους τόπους και τόσα έθνη .
Γ). Προφήτης.
Δ). Μάρτυρας. Αφού τόσα και τόσα μαρτύρια υπέστη και τόσα έπαθε και εις την εξορίαν απέθανεν για χάρη του Χριστού .
Ε). Ιεράρχης και διδάσκαλος της Εκκλησίας .
ΣΤ). Ρήτορας και εξηγητής των Γραφών.
Ζ). Θαυματουργός
Η). Κήρυκας της Μετανοίας .
Ι). Ελεήμων
ΙΑ).Φίλος  άκρος  και γνήσιος της Θεοτόκου .
          Αγαπητοί Χριστιανοί .
          Η δεύτερη εξορία του εν αγιοις πατρός ημών  Ιωάννου του Χρυσοστόμου και ο θάνατος του στα Κόμανα του Πόντου υπήρξε και αιτία σχίσματος ανάμεσα στους Χριστιανούς. Οι  «Ιωαννίτες» ήταν μια δυναμική ομάδα που απαιτούσαν την αποκατάσταση του Χρυσοστόμου έστω και μετά τον θάνατον του. Δυστυχώς προδότες ιεράρχες και κληρικοί (ανέκαθεν υπάρχουν) δεν ικανοποιήθηκαν ούτε με το θάνατο του και έλεγαν ότι αποκαθιστώντας την μνήμη του Χρυσοστόμου είναι σαν να αποκαθιστούμε και τον Ιούδα. Σε τέτοιο σημείο φτάνουν πολλές φορές τα πάθη και οι εμπάθειες. Το σχίσμα τελικά, απεφεύχθη και στις 27 Ιανουαρίου, είναι μια μέρα δεύτερης γιορτής για τον Άγιο μας- το 438 επαναφέρεται το σεπτό λείψανο του Ιωάννου απ’ τα Κόμανα στην Κωνσταντινούπολη με πολλές τιμές, παλλαϊκή συμμετοχή και πρωτοφανείς εκδηλώσεις τιμής, αγάπης και βαθυτάτου σεβασμού στον αδικημένο ιεράρχη. Ο Θεοδόσιος ο Β’  υιός της  Ευδοξίας, υποδέχεται το φέρετρο με το σεπτό σκήνωμα του μάρτυρος Ιεράρχου με τα εξής λόγια: «Στον Οικουμενικό Πατριάρχη διδάσκαλο και πνευματικό πατέρα Ιωάννη τον Χρυσόστομο,  Θεοδόσιος Βασιλεύς. Έχοντες τη γνώμη ότι το νεκρόν σου σώμα πρέπει και αξίζει να βρίσκεται ανάμεσα στους άλλους πατριάρχας, Πάτερ τίμιε, θελήσαμε να το φέρουμε πίσω και να αναγνωρίσουμε ότι αμαρτήσαμε. Αλλά  Πάτερ τιμιότατε, συγχώρεσε μας, που τώρα ζητάμε συγγνώμη, εσύ που δίδαξες την μετάνοια και στα παιδιά σου που αγαπούν τον πατέρα τους και ελπίζουν σ’ αυτόν χάρισε την ευφροσύνη με την παρουσία σου».
          Αυτού τις ικεσίες και τη συμπάθεια και την ενδυνάμωση και τον φωτισμόν     αιτούμεθα και εμείς αγαπητοί αδελφοί, ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε ιδιαίτερα σήμερα, στην εποχή του συμβιβασμού  και της υποτέλειας, στην εποχή των ψεύτικων θεών και των ρηχών προτύπων τι σημαίνει χρέος, τι σημαίνει καθήκον, τι σημαίνει να έχεις ψηλά το κεφάλι και να μην το σκύβεις δουλικά κλείνοντας τα μάτια, όταν έρθει η ώρα, όταν χρειαστεί να δώσεις μαρτυρία Χριστού. Αυτά είναι και πρέπει να είναι τα πρότυπα μα και όχι ότι σάπιο μας παρουσιάζουν….. οι μεγάλοι αδελφοί μας .
Αυτό σημαίνει Χριστιανός.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

8Η ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ / Η ΛΕΣΒΟΣ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ

 
 
 
Η Λέσβος εορτάζει...
 
 
αποτινάζει τον τουρκικό ζυγό. 
 
Η Μυτιλήνη είναι Ελευθέρα!!!

 
Πανηγυρίζει ο λαός της Λέσβου, τη λευτεριά του με τη γαλανόλευκη υψωμένη και το Θρυλικό Αβέρωφ να καταπλέει στο λιμάνι της Μυτιλήνης ξημερώματα της ημέρας των Ταξιαρχών παιανίζοντας η μπάντα του το "Μαύρη ειν΄η νύχτα στα βουνά".
Ξέφρενοι οι πανηγυρισμοί και ο αλαλαγμός.
Κυβερνήτης του θρυλικού "Αβέρωφ"ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης.
Σε αυτή την ηρωική μορφή της Απελευθέρωσης θα αφιερώσουμε λίγα λόγια σε τούτο το σημείωμα με αφορμή τα ενενηνταοκτώ χρόνια από την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.
Γεννημένος στην Ύδρα από αρχοντική ναυτική οικογένεια ο Παύλος Κουντουριώτης, ακολουθεί το δρόμο της θάλασσας, της ναυτοσύνης πιστός στην παράδοση.
Γίνεται κυβερνήτης του εκπαιδευτικού «Μιαούλης» και με το βαθμό του ανθυποπλοίαρχου πραγματοποιεί το πρώτο υπερπόντιο ταξίδι ελληνικού πολεμικού, φθάνοντας ως την Αμερικανική ήπειρο, και συγκεκριμένα στη Βοστόνη και τη Φιλαδέλφεια.
Τον Ιούνιο του 1911 και λόγω απειθαρχίας του πληρώματος του θωρηκτού Αβέρωφ, αναλαμβάνει την θέση του κυβερνήτη.
Με το θωρηκτό «Αβέρωφ» συμμετείχε σε δύο ναυμαχίες, σε αυτή της Έλλης και της Λήμνου (5 Ιανουαρίου 1913). Η τελευταία ναυμαχία κερδίθηκε χάρη σε έναν παράτολμο ελιγμό του Κουντουριώτη, ο οποίος θεωρήθηκε ασυλλόγιστος ηρωισμός. Οι επιτυχημένοι χειρισμοί του ανάγκασαν τον τουρκικό στόλο να αποσυρθεί στα Δαρδανέλλια.
Συμμετείχε στην κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ως μέλος της τριανδρίας και διετέλεσε δυο φορές Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Το όνομά του Παύλου Κουντουριώτη έχει δοθεί μέχρι σήμερα σε 4 πλοία του Πολεμικού Ναυτικού.
«Εν ονόματι της A.M. του Βασιλέως των Ελλήνων
ΓΕΩΡΓΙΟΥ του Α'

Ημείς, ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, αρχηγός του στόλου του Αιγαίου, προς τους κατοίκους της Νήσου Μυτιλήνης Διακηρύσσομεν και διατάσσομεν.

1) Η Νήσος Μυτιλήνη μεθ' όλων των εν αυτή πόλεων, κωμών και συνοικισμών, μετά των λιμένων και των ακτών αυτής, κατελήφθη υφ' ημών και διατελεί από τούδε εις την κατοχήν μας.

2) Αι εν τη Νήσω Οθωμανικαί Αρχαί εκτός των υπαλλήλων τοπικής διοικήσεως καθαιρούνται, την εξουσίαν δε αυτών θα ασκή ο Διοικητής του τάγματος της κατοχής Ταγματάρχης Μανουσάκης, ον διορίζομεν επίτροπον ημών. Η νήσος κηρύσσεται ολόκληρος εις κατάστασιν πολιορκίας κατά τον ΔΞΘ Νόμον και τα εκτελεστικά αυτού Β. Διατάγματα, καθιδρύεται δε εν τη πόλει της Μυτιλήνης έκτακτον Στρατοδικείον αρμόδιον δι' όλην την νήσον.

3) O επίτροπος ημών έχει την εξουσίαν να χρησιμοποίηση διά την διοίκησιν τους ήδη υπάρχοντας Οθωμανούς υπαλλήλους δύναται όμως να αντικαθιστά αυτούς κατά τας ανάγκας και τα συμφέροντα της υπηρεσίας.

4) Αι υποθέσεις τοπικής φύσεως διεξάγονται μέχρι νεωτέρας διαταγής ημών, όπως και μέχρι τούδε, και υπό των αυτών τοπικών υπαλλήλων, αλλά υπό την ανωτέραν εποπτείαν του ημετέρου Επιτρόπου, έχοντος το δικαίωμα να αντικαθιστά τους κακούς ή αμελείς.» αναφέρουν τα τέσσερα πρώτα βασικά σημεία του ελληνικού διαγγέλματος που απευθύνει ο Ναύαρχος Παύλος ΚουντουριώτηςΗ 8η Νοεμβρίου 1912 φωτίζει την καρδιά των Λεσβίων. Θυμούνται και γιορτάζουν τον ηρωισμό με τον οποίο έδιωξαν τον κατακτητή.

« Την νύκτα της Τετάρτης προς την Πέμπτην ο εν Πλωμαρίω μηχανικός του Θρ. Μελανδινού ελθών ως απεσταλμένος ενταύθα παρά του Ελληνικού Στόλου ειδοποίησε περί ώραν 11:30 της νυκτός την Α.Σ. τον Μητροπολίτην κ Κύριλλον, το Γαλλικόν Προξενείον και τον προιστάμενόν του κ. Θρ. Μελανδινόν ότι το πρωί της επαύριον Πέμπτης 8ης Νοεμβρίου και εορτής των Ταξιαρχών ο Ελληνικός στόλος έμελλε να προβή εις την κατάληψη της νήσου μας .» σημειώνει στις 9 Νοεμβρίου 1912 η εφημερίδα «Λέσβος».

Η Μυτιλήνη πανηγυρίζει πια την απαλευθέρωσή της.

Μαριάνθη Βάμβουρα-Γιάνναρου
www.marianthiv.blogspot.com

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Κυριακή Ζ΄ Λουκά

Λόγος 

εις την ανάστασιν της θυγατρός του Ιαείρου και εις την αιμορροούσαν 

(Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)

Το έργον επρόφθασε τους λόγους, και οι Φαρισαίοι απεστομώθησαν ακόμη περισσότερο. Διότι ήταν αρχισυνάγωγος αυτός που ήλθε, και το πένθος βαρύ. Το παιδί μονογενές και στο άνθος της ηλικίας του, μόλις δώδεκα ετών. Και το ανέστησε δια μιάς. Εάν δε ο Λουκάς λέγει ότι ήλθαν και είπαν «μη σκύλλε, μη ταλαιπωρείς τον διδάσκαλον’ τέθνηκε γαρ», θα απαντήσωμε τούτο, ότι το «άρτι ετελεύτησε» το είπεν εκείνος στοχαζόμενος τον χρόνο της οδοιπορίας ή για να επαυξήσει την συμφορά. Συνηθίζουν, όσοι παρακαλούν, να μεγαλοποιούν με τα λόγια την συμφορά τους, και να προσθέτουν κάτι επιπλέον ώστε να προσελκύσουν περισσότερο τους ικετευομένους. Κοίτα όμως την απλοϊκότητά του. Δύο πράγματα απαιτεί από τον Χριστόν, και να έλθει ο ίδιος, και να βάλει το χέρι του επάνω. Πράγμα που σημαίνει ότι η μικρή ανέπνεε ακόμη όταν την άφησε. Το ίδιο απαιτούσε και εκείνος ο Σύρος Νεεμάν από τον Προφήτην. Ζητούσε, λέγει, και να εξέλθει, και το χέρι να βάλει επάνω. Πράγματι, όσοι είναι πιο παχείς στον νου, χρειάζονται και την όραση και τα αισθητά πράγματα.
Ενώ λοιπόν ο Μάρκος λέγει ότι έλαβε τους τρεις μαθητάς, καθώς και ο Λουκάς, ο Ματθαίος λέγει απλώς τους μαθητάς. Για ποίον λόγον όμως δεν παρέλαβε τον Ματθαίον, αν και είχε μόλις προσέλθει; Για να του δημιουργήσει μεγαλυτέραν επιθυμία, και επειδή ήταν ακόμη ατελέστερος. Γι’ αυτό τιμά τους τρεις μαθητάς, ώστε να γίνουν και οι άλλοι όπως εκείνοι. Ήταν γι’ αυτόν αρκετό το ότι είδε την αιμορροούσα, και ότι ετιμήθη με το να γίνει ομοτράπεζος του Δεσπότου και να φάγει μαζί του.
Και όταν εσηκώθη να φύγει, τον ηκολούθησαν πολλοί, σαν να περίμεναν κάποιο μεγάλο θαύμα, αλλά και εξ αιτίας του προσώπου που είχε έλθει. Επίσης, επειδή οι περισσότεροι ήσαν παχύτεροι στον νου, εζητούσαν όχι τόσο την επιμέλεια της ψυχής όσο την θεραπεία του σώματος, και συνέρρεαν ωθούμενοι άλλοι από τα παθήματά τους και άλλοι σπεύδοντας να γίνουν θεαταί της διορθώσεως ξένων παθημάτων. Αυτοί όμως που τον επλησίαζαν κυρίως για τους λόγους και την διδασκαλία του ως τότε, ήσαν λίγοι. Πράγματι, γι’ αυτό δεν άφησε να εισέλθουν στην οικία παρά μόνον οι μαθηταί, και πάλιν όχι όλοι, σε κάθε περίπτωση διδάσκοντάς μας να αποφεύγωμε την δόξα των πολλών. «Και ιδού», λέγει, «γυνή εν ρύσει αίματος δώδεκα έτη έχουσα, προσήλθεν όπισθεν, και ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού. Έλεγε γάρ εν εαυτή. Εάν μόνον άψωμαι του ιματίου αυτού, σωθήσομαι». Για ποίον λόγο δεν τον επλησίασε με παρρησίαν; Εντρέπετο για την αρρώστια, επειδή ενόμιζε ότι είναι ακάθαρτος. Διότι αν η γυναίκα που είναι στα έμμηνά της δεν εθεωρείτο καθαρά, πολύ περισσότερο θα θεωρούσε τον εαυτόν της ακάθαρτον εκείνη που πάσχει από τοιούτου είδους ασθένεια. Πράγματι, σύμφωνα με τον νόμο, αυτή η ασθένεια εθεωρείτο πολύ ακάθαρτος. Γι’ αυτό προσπαθεί να μη γίνει αντιληπτή και κρύπτεται. Δεν είχε ούτε αυτή ακόμη σωστήν και διαμορφωμένην γνώμη περί του Κυρίου. Αλλιώς δεν θα επίστευε πως θα περνούσε απαρατήρητη. Και είναι αυτή η πρώτη γυναίκα που προσέρχεται δημοσίως. Είχε ακούσει ότι θεραπεύει και γυναίκες, και ότι τώρα πορεύεται προς την μικρή κόρη που μόλις απέθανε. Δεν τον εκάλεσε όμως στον οίκο της, μολονότι ήταν πλουσία, ούτε προσήλθε φανερά, αλλά μόνον ήγγισε με πίστη κρυφά τα ενδύματά του. Ούτε καν αμφέβαλλεν ούτε είπε μέσα της: θα απαλλαγώ άραγε από την ασθένειά μου; Ή μήπως δεν θα απαλλαγώ; Αλλά επλησίασε γεμάτη ελπίδες για την αποκατάσταση της υγείας της. «Έλεγε γάρ», διηγείται ο Ευαγγελιστής, «εν εαυτή. Εάν μόνον άψωμαι του ιματίου του, σωθήσομαι». Είδε από ποίαν οικία είχεν εξέλθει, των τελωνών, και ποίοι τον ακολουθούσαν, αμαρτωλοί και τελώνες. Όλα αυτά την έκαμαν αισιόδοξη. Και ο Χριστός δεν την άφησε να διαφύγει απαρατήρητη, αλλά την παρουσιάζει στο μέσον. (Ο άγιος φαίνεται συμπεραίνει ότι η γυναίκα αυτή, η μετέπειτα αγία Βερονίκη, ήταν πλουσία, από τον χάλκινο ανδριάντα που, όπως διέσωσε η παράδοση, έστησε αργότερα στην αυλή του σπιτιού της.) Και την φανερώνει, για πολλούς λόγους. Αν και μερικοί αναίσθητοι λέγουν ότι αυτό το έκαμε από φιλοδοξία. Γιατί, λέγει, δεν την άφησε να περάσει απαρατήρητη; Τι λέγεις, μιαρέ και παμμίαρε; Αυτός που προστάσσει να σιωπούμε, που αφήνει μύρια θαύματα να περάσουν απαρατήρητα, αυτός αγαπά την δόξαν;
Γιατί λοιπόν την παρουσιάζει στο μέσον; Πρώτον διαλύει τον φόβο της γυναικός, για να μη την ελέγχει η συνείδησις, και ζει με αγωνία σαν να την έχει κλέψει την δωρεά. Δεύτερον, την διορθώνει, επειδή είχε φαντασθεί ότι δεν θα υποπέσει στην αντίληψή Του. Τρίτον, επιδεικνύει σε όλους την πίστη της, ώστε να ποθήσουν και οι άλλοι να την μιμηθούν. Άλλωστε το ότι έδειξε πως τα γνωρίζει όλα πολύ καλά, αποτελεί σημείον όχι μικρότερον από την παύση της ροής του αίματος. Έπειτα, με την στάση της γυναικός κερδίζει τον αρχισυνάγωγον, ο οποίος ήταν έτοιμος να κλονισθεί στην πίστη, και με αυτόν τον τρόπο να χάσει το παν. Επειδή εκείνοι που ήλθαν έλεγαν «μη σκύλλε τον διδάσκαλον, ότι τέθνηκε το κοράσιον», και οι οικιακοί τον περιγελούσαν όταν είπε ότι κοιμάται, ήταν φυσικό κάτι παρόμοιο να πάθει και ο πατέρας.
Γι’ αυτό, προλαβαίνοντας αυτήν την αδυναμία, φέρνει στο μέσον την γυναίκα. Το ότι εκείνος ήταν πολύ παχύς στον νουν, άκου το από τα λόγια που του απευθύνει: «μη φοβού, συ μόνον πίστευε, και σωθήσεται». Και πράγματι, επίτηδες περίμενε να επέλθει ο θάνατος, και τότε να παρουσιασθεί, ώστε να γίνει σαφής η απόδειξις της αναστάσεως. Γι’ αυτό και βαδίζει κάπως αργά, και παρατείνει την συνομιλία του με την γυναίκα, για να αποθάνει εν τω μεταξύ η μικρή, και να έλθουν οι απεσταλμένοι να το αναγγείλουν και να ειπούν: «Μη σκύλλε τον διδάσκαλον». Αυτό υπονοεί και ο Ευαγγελιστής και το επισημαίνει λέγοντας ότι «έτι λαλούντος αυτού, ήλθαν οι από της οικίας λέγοντες, τέθνηκεν η θυγάτηρ σου, μη σκύλλε τον διδάσκαλον». Ήθελε να διαπιστωθεί ο θάνατος, για να μη δημιουργηθούν υποψίες για την ανάσταση. Αυτό κάνει παντού. Έτσι έκαμε και στην περίπτωση του Λαζάρου, περίμενε και μία και δύο και τρεις ημέρες. Για όλους αυτούς τους λόγους την παρουσιάζει στο μέσον και της λέγει: «Θάρσει, θύγατερ». Όπως ακριβώς είχεν ειπεί και στον παράλυτο: «Θάρσει τέκνον». Επειδή η γυναίκα ήταν φοβισμένη. Γι’ αυτό λέγει «Θάρσει», και την αποκαλεί θυγατέρα. Η πίστις την έκαμε θυγατέρα. Και ακολουθεί το εγκώμιον «η πίστις σου σέσωκέ σε». Ο Λουκάς μάλιστα μας αναφέρει περισσότερα για την γυναίκα. Αφού προσήλθε, λέγει, και έλαβε την υγεία, δεν την εκάλεσεν ο Χριστός αμέσως, αλλά πρώτα ερώτησε: «τις ο αψάμενός μου;». Έπειτα, όταν ο Πέτρος και οι άλλοι του είπαν: «Επιστάτα, οι όχλοι συνέχουσί σε και αποθλίβουσι, και λέγεις τις ο αψάμενός μου;» (αυτό μάλιστα είναι πολύ μεγάλη απόδειξις του ότι είχε ενδυθεί σάρκα αληθινήν, και ότι είχε καταπατήσει εντελώς την υπερηφάνεια. Διότι δεν τον ακολουθούσαν από μακρυά, αλλά τον είχαν περικυκλώσει από παντού)’ αυτός, λέγει, επέμενε: «ήψατό μου τις. Εγώ γαρ έγνων δύναμιν εξ εμού εξελθούσαν», αποκρινόμενος με απλοϊκότερο τρόπο, σύμφωνα με το πνευματικόν επίπεδο των παρευρισκομένων. Αυτά τα έλεγε για να πείσει και εκείνην να το ομολογήσει μόνη της. Γι’ αυτό και δεν την ήλεγξεν αμέσως, ώστε αφού αποδείξει ότι τα γνωρίζει όλα σαφώς, να την πείσει να τα ομολογήσει όλα αυθορμήτως. Αυτό θα τον βοηθούσε να διακηρύξει την πίστη της γυναικός, χωρίς να προξενήσει αμφιβολίες.
Είδες ότι η γυναίκα ήταν καλλιτέρα από τον αρχισυνάγωγον; Δεν τον εσταμάτησε, δεν τον εκράτησε. Μόνον με τα άκρα των δακτύλων της τον ήγγισε, και μολονότι ήλθε αργότερα, έφυγε πριν από αυτόν θεραπευμένη. Και εκείνος μεν οδήγησε τον ιατρόν στην οικία του, ενώ σ’ αυτήν ήρκεσε μόνον η αφή.
Αν και ήταν δεμένη με τα δεσμά του πάθους της, της είχε όμως αναπτερώσει το ηθικόν η πίστις. Και πρόσεξε πώς την παρηγορεί με τα λόγια: «η πίστις σου σέσωκέ σε». Εάν την είχε φέρει στο μέσον για να επιδειχθεί, βεβαίως δεν θα το προσέθετε αυτό. Αλλά το είπε για να ενισχύσει την πίστη του αρχισυναγώγου, και συγχρόνως να διακηρύξει την αρετήν της γυναικός, ώστε να της προξενήσει με αυτά τα λόγια ευχαρίστηση και οφέλειαν όχι μικροτέραν από την σωματικήν υγείαν. Από τούτο γίνεται φανερόν ότι με αυτό που έκαμε ήθελε να δοξάσει εκείνην, και συγχρόνως να διορθώσει τους άλλους, αλλά όχι να προβάλει τον εαυτόν του. Διότι ο ίδιος έμελλε να είναι εξ ίσου θαυμαστός και χωρίς να γίνει αυτό (αφθονότερα από χιονονιφάδες εξεχύνοντο γύρω του τα θαύματα, και πολύ μεγαλύτερα από αυτό και έκαμε και επρόκειτο να κάμει). Ενώ η γυναίκα αυτή, εάν δεν συνέβαινε αυτό, θα είχεν απέλθει απαρατήρητη, απεστερημένη των μεγάλων αυτών επαίνων. Γι’ αυτό την έφερε στο μέσον και την παρουσίασε ενώπιον όλων, και την απήλλαξε από τον φόβο (διότι, λέγει, επλησίασε τρέμοντας) και την έκαμε να λάβει θάρρος. Και μαζί με την υγεία του σώματος της έδωσε και άλλα εφόδια λέγοντας: «πορεύου εν ειρήνη».
Όταν ήλθε στην οικία του άρχοντος και είδε τους αυλητάς και τον όχλον θορυβημένον, τους είπε: «Αποχωρείτε, ου γαρ απέθανε το κοράσιον, αλλά καθεύδει (κοιμάται δηλαδή). Και κατεγέλων αυτού». Ωραία τα τεκμήρια των αρχισυναγώγων. Αυλοί και κύμβαλα στον θάνατο, για να προκαλέσουν θρήνους. Και ο Χριστός; Εξέβαλε όλους τους άλλους, και έβαλε μέσα τους γονείς, ώστε να μην ημπορούν να ειπούν ότι εθεράπευσε με κάποιον άλλον τρόπο. Ανέστησε λοιπόν με τον λόγο του και πριν από την ανάσταση, λέγοντας: «ου τέθνηκε το κοράσιον, αλλά καθεύδει». Πολλές φορές το κάνει αυτό. Όπως ακριβώς και τότε στην θάλασσαν επετίμησε πρώτα τους μαθητάς, έτσι και εδώ αποβάλλει την ανησυχίαν από τις ψυχές των παρόντων, δεικνύοντας συγχρόνως ότι του είναι εύκολο να εγείρει τους νεκρούς. Το ίδιο έκαμε και στην περίπτωση του Λαζάρου, όταν είπε: «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται». Και συγχρόνως μας μαθαίνει να μη φοβούμεθα τον θάνατο, διότι δεν είναι πλέον θάνατος, αλλά ήδη έχει γίνει ύπνος. Επειδή και ο ίδιος επρόκειτο να αποθάνει, προπαρασκευάζει τους μαθητάς με τα σώματα των άλλων, ώστε να λάβουν θάρρος, και να υπομένουν τον θάνατο με ηρεμία. Πράγματι, από τότε που ήλθεν Αυτός, ο θάνατος είναι πλέον ύπνος. Ωστόσο τον περιγελούσαν. Αυτός όμως δεν ηγανάκτησε που δεν τον επίστευαν για το θαύμα που θα επιτελούσε έπειτα από λίγο, ούτε τους επετίμησε που γελούσαν, ώστε και ο γέλως και οι αυλοί και τα κύμβαλα και όλα τα άλλα να γίνουν απόδειξις του θανάτου.Επειδή πολλές φορές μετά από τα θαύματα οι άνθρωποι δυσπιστούν, τους προλαμβάνει με τις ίδιες τις αποκρίσεις των. Όπως έγινε και με τον Λάζαρο και με τον Μωυσή. Στον Μωυσήν είπε: «Τι τούτο το εν τη χειρί σου», ώστε όταν το ιδεί να μετατρέπεται σε όφη, να μη λησμονήσει ότι ήταν ράβδος προηγουμένως, αλλά ενθυμούμενος τα ίδια του τα λόγια, να εκπλαγεί για το γεγονός. Και στην περίπτωση του Λαζάρου ερωτά: «Πού τεθείκατε αυτόν»; Ώστε εκείνοι που απήντησαν «έρχου και ίδε» και ότι «όζει, τεταρταίος γάρ εστί», να μην ημπορούν πλέον να απιστήσουν για την ανάσταση του νεκρού. Όταν λοιπόν είδε τα κύμβαλα και τον κόσμο, τους οδήγησε όλους έξω, και θαυματουργεί παρόντων των γονέων, εισάγοντας στο σώμα όχι άλλην ψυχήν, αλλά επαναφέροντας αυτήν την ιδία που εξήλθε, και έτσι εξύπνησε την μικρή σαν από ύπνο. Την πιάνει δε από το χέρι, για να πληροφορήσει αυτούς που παρακολουθούσαν, ώστε με όσα έβλεπαν να τους ανοίξει τον δρόμο για την πίστη της αναστάσεως. Διότι ενώ ο πατέρας έλεγε: «επίθες την χείρα», Αυτός κάνει κάτι περισσότερο. Όχι μόνον θέτει επάνω της το χέρι του, αλλά την πιάνει και την εγείρει, δεικνύοντας ότι τα έχει όλα έτοιμα. Και όχι μόνο την εγείρει, αλλά προστάσσει να της δώσουν και τροφή, για να μη φανεί το γεγονός φανταστικό. Και δεν της δίδει ο ίδιος, αλλά ανέθεσε σ’ εκείνους, όπως έκαμε και με τον Λάζαρο, όταν είπε: «Λύσατε αυτόν, και άφετε υπάγειν», και μετά τον έκαμε ομοτράπεζόν του. Πράγματι, φροντίζει πάντοτε και για τα δύο, για να αποδείξει πλήρως και τον θάνατο και την ανάσταση.
Συ όμως πρόσεξε παρακαλώ όχι μόνον την ανάσταση, αλλά και ότι παρήγγειλε να μη το ειπούν σε κανέναν. Και περισσότερο κοίτα να διδαχθείς από όλα αυτά την ταπεινοφροσύνη και την αποφυγή της ματαιοδοξίας. Μάθε επίσης και τούτο. Ότι εξέβαλε από την οικίαν εκείνους που θρηνούσαν, και τους έκρινε αναξίους γι’ αυτήν την θαυμαστήν θεωρία. Εσύ, μην εξέλθεις με τους αυλητάς, αλλά μείνε μαζί με τον Πέτρον και τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην. Εάν τους αυλητάς εξεδίωξε τότε, πολύ περισσότερο τώρα. Διότι τότε δεν ήταν ακόμη φανερόν ότι ο θάνατος έγινεν ύπνος. Τώρα όμως αυτό είναι και από τον ήλιον φανερώτερον. Αλλά δεν σου ανέστησε τώρα την μικρή σου θυγατέρα; Θα σου την αναστήσει όμως οπωσδήποτε, και με πιο μεγάλην δόξα. Επειδή εκείνη μετά την ανάστασή της απέθανε πάλι. Ενώ η δική σου όταν αναστηθεί, θα μείνει στο εξής αθάνατος. Κανείς λοιπόν να μη χτυπιέται πλέον από την θλίψιν, ούτε να θρηνεί, ούτε να διαβάλλει το κατόρθωμα του Χριστού. Επειδή όντως ενίκησε τον θάνατο. Τί θρηνείς λοιπόν αδίκως; Αφού το πράγμα έγινε ύπνος, οδύρεσαι και κλαίεις; Αυτό και εθνικοί αν το έκαμαν, θα έπρεπε να τους περιγελούμε. Όταν όμως κάνει ο πιστός αυτές τις ασχημίες, ποία δικαιολογία, ποία συγγνώμη θα υπάρξει, εάν κάνει παρόμοιες ανοησίες, και μάλιστα μετά από τόσον χρόνον και σαφή απόδειξη της αναστάσεως; Συ όμως σαν να προσπαθείς να επαυξήσεις το παράπτωμα, μας φέρνεις και γυναίκες εθνικές για θρηνωδούς, με σκοπό να εξάψεις το πάθος και να ρίξεις λάδι στην φωτιά. Και δεν ακούς τον Παύλο που λέγει: «Τις συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου;». Και οι μεν ειδωλολάτρες, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τίποτε για την ανάστασιν, ευρίσκουν όμως λόγους παρηγορίας και λέγουν: Υπόμεινε με γενναιότητα, δεν ημπορείς να ματαιώσεις αυτό που έγινε, ούτε να το διορθώσεις με τους θρήνους. Ενώ εσύ που ακούς πνευματικοτέρους και υψηλοτέρους λόγους από αυτούς, δεν εντρέπεσαι να κάμεις μεγαλύτερες ασχημίες από εκείνους; Διότι εμείς δεν έχουμε μόνον αυτό να ειπούμε: υπόμεινε γενναίως επειδή δεν ημπορείς να ματαιώσεις αυτό που έγινε, αλλά, υπόμεινε γενναίως, επειδή οπωσδήποτε θα αναστηθεί. Το παιδί κοιμάται, δεν απέθανε, ησυχάζει, δεν εχάθη, το περιμένει ανάστασις και ζωή αιώνιος, και αθανασία και κατάστασις αγγελική. Δεν ακούς τον ψαλμό που λέγει «Επίστρεψον ψυχή μου εις την ανάπαυσίν σου, ότι Κύριος ευηργέτησέ σε»; Ο Θεός ονομάζει το πράγμα ευεργεσίαν, και συ θρηνείς; Και τί περισσότερο θα έκαμες εάν ήσουν εχθρός του νεκρού; Εάν κάποιος πρέπει να θρηνεί, αυτός είναι ο διάβολος. Εκείνος ας κτυπά την κεφαλή του, εκείνος ας οδύρεται για το ότι οδεύουμε προς μεγαλύτερα αγαθά. Στην ιδικήν του πονηρίαν αρμόζουν αυτές οι γοερές κραυγές, όχι σ’ εσέ, που μέλλεις να στεφανωθείς και να εύρεις ανάπαυση. Ένα γαλήνιο λιμάνι είναι ο θάνατος. Παρατήρησε από πόσα κακά είναι γεμάτη η ζωή αυτή, σκέψου πόσες φορές την έχεις καταρασθεί. Και τα πράγματα προχωρούν προς το χειρότερο. Αλλά και απ’ αρχής δεν εκληρονόμησες μικρήν καταδίκη: «Εν λύπαις τέξη τέκνα», λέγει, και «εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγεί τον άρτον σου», και «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε». Για τα εκεί όμως τίποτε παρόμοιον δεν έχει λεχθεί, αλλά το εντελώς αντίθετον, ότι «απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός», και ότι «από ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακλιθήσονται εις τους κόλπους του Αβραάμ», του Ισαάκ και του Ιακώβ. Και ότι τα εκεί είναι νυμφών πνευματικός και χαρμόσυνες λαμπάδες και ταξίδι στον ουρανό.Γιατί λοιπόν εντροπιάζεις αυτόν που απήλθε; Γιατί προδιαθέτεις τους άλλους να φοβούνται και να τρέμουν τον θάνατο; Γιατί κάνεις πολλούς να κατηγορούν τον Χριστόν ότι είναι αίτιος μεγάλων δεινών; Ή μάλλον γιατί μετά από αυτά προσκαλείς τους πτωχούς και παρακαλείς τους ιερείς να προσεύχονται; Για να εύρει ανάπαυσιν ο νεκρός, λέγεις, για να τον αντιμετωπίσει ο Δικαστής με ευσπλαχνία. Γι’ αυτά λοιπόν θρηνείς και μοιρολογείς; Άρα τον εαυτόν σου μάχεσαι και πολεμείς, προκαλώντας για σένα καταιγίδαν, ενώ εκείνος έχει προσαράξει σε λιμάνι. Και πώς να αντιδράσω, λέγει, έτσι είναι η φύσις. Δεν ευθύνεται όμως η φύσις ούτε αυτό είναι αναπόφευκτον, αλλά εμείς είμεθα που κάνουμε τα άνω κάτω, εκφυλιζόμεθα και προδίδουμε την ευγένεια των χριστιανών, και τους απίστους τους κάνουμε χειροτέρους. Πώς θα ομιλήσωμε στον άλλον περί αθανασίας; Πώς θα πείσωμε τον εθνικόν, όταν φοβούμεθα και φρίττωμε τον θάνατο περισσότερο από εκείνον; Και μάλιστα πολλοί από τους ειδωλολάτρες, όταν απέθαναν τα παιδιά τους, εφόρεσαν στεφάνι και λευκά ενδύματα, αν και δεν εγνώριζαν τίποτε περί αθανασίας, για να κερδίσουν την παρούσαν δόξα. Και συ ούτε για την μέλλουσα δεν παύεις να κτυπάς το στήθος σου σαν τις γυναίκες. Αλλά τώρα δεν έχεις κληρονόμους της περιουσίας σου, δεν έχεις διάδοχο; Και τί θα προτιμούσες γι’ αυτόν, να κληρονομήσει την περιουσία σου ή τους ουρανούς; Τί θα επιθυμούσες, να κληρονομήσει πράγματα που αφανίζονται, τα οποία μετά από λίγο θα τα άφηνε, ή τα μόνιμα και ακίνητα; Δεν τον έκαμες κληρονόμο σου, αλλά τον έκαμε ο Θεός ιδικόν του. Δεν έγινε συγκληρονόμος των αδελφών του, αλλά του Χριστού. Και σε ποίον θα αφήσωμε τα ενδύματα, σε ποίον τα οικήματα, σε ποίον τους δούλους και τους αγρούς; Πάλι σ’ αυτόν, και μάλιστα με περισσοτέραν ασφάλειαν από ό,τι αν ζούσε. Τίποτε δεν σε εμποδίζει. Εάν οι βάρβαροι μαζί με τους νεκρούς καίουν και τα υπάρχοντά τους, πολύ περισσότερον είναι δίκαιο να στείλεις και συ μαζί με τον νεκρόν αυτά που του ανήκουν. Όχι για να γίνουν στάκτη όπως εκείνα, αλλά για να τον περιβάλεις με μεγαλυτέραν δόξα. Και αν μεν απήλθε αμαρτωλός, για να του συγχωρηθούν οι αμαρτίες. Εάν δίκαιος, για να αυξηθεί ο μισθός και η ανταμοιβή του. Επιθυμείς όμως να τον ιδείς; Ζήσε την ιδίαν ζωή μ’ εκείνον, και γρήγορα θα απολαύσεις το ιερόν του πρόσωπο. Και μαζί με αυτά συλλογίσου και τούτο, ότι και αν δεν ακούσεις εμένα, θα σε πιάσει οπωσδήποτε ο χρόνος. Αλλά τότε δεν θα έχεις κανένα μισθόν, αφού η παρηγορία θα προέλθει από τον χρόνο που θα έχει παρέλθει. Εάν όμως θέλεις τώρα να φιλοσοφήσεις, θα κερδίσεις δύο, τα μεγαλύτερα: και τον εαυτόν σου θα απαλλάξεις από αυτά τα δεινά, και με το πιο λαμπρό στεφάνι θα σε στεφανώσει ο Κύριος. Διότι και από την ελεημοσύνη και από τα άλλα, πολύ ανώτερον είναι το να υπομείνεις την συμφορά με πραότητα. Αναλογίσου ότι και ο Υιός του Θεού απέθανε. Εκείνος για σένα, και συ για τον εαυτόν σου. Και μολονότι είπε «ει δυνατόν παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον», και ελυπήθη, δεν απέφυγε όμως τον θάνατον, αλλά τον εβίωσε σε όλη του την τραγικότητα. Και δεν υπέμεινε έναν κοινόν θάνατον, αλλά τον χειρότερο. Και πριν τον θάνατο μαστιγώσεις, και πριν τις μαστιγώσεις ονειδισμούς και ειρωνείες και ύβρεις, για να σε μάθει να τα υπομένεις όλα γενναίως. Αφού όμως απέθανε και απέθεσε το σώμα, το έλαβε πάλι πιο ένδοξο, προσφέροντας έτσι σε σένα τις καλλίτερες ελπίδες. Εάν αυτά δεν είναι μύθος, τότε μη θρηνείς. Εάν τα θεωρείς αυτά αξιόπιστα, μη δακρύζεις. Εάν όμως δακρύζεις, πώς θα ημπορέσεις να πείσεις τον εθνικόν ότι πιστεύεις;
Αλλά και έτσι ακόμη σου φαίνεται ανυπόφορο το συμβάν; Γι’ αυτό ακριβώς δεν αξίζει να τον θρηνείς, επειδή εκείνος απηλλάγη από πολλές παρόμοιες συμφορές. Μη τον φθονείς λοιπόν, μη θέλεις το κακό του. Διότι το να αποζητά κανείς τον θάνατον επειδή κάποιος απέθανε πρόωρα, και να τον πενθεί που δεν έζησε για να υποφέρει και άλλα πολλά παρόμοια, σημαίνει ότι τον φθονεί, και θέλει το κακό του. Και μη σκέπτεσαι ότι δεν θα επιστρέψει πλέον στην οικογενειακήν εστίαν, αλλά ότι και συ ο ίδιος σε λίγο θα πας κοντά του. Μη συλλογίζεσαι ότι πλέον δεν θα επανέλθει εδώ, αλλά ότι και όλα αυτά που βλέπουμε γύρω μας δεν θα παραμείνουν όπως είναι τώρα, αλλά θα μετασχηματισθούν. Διότι και ο ουρανός και η γη και η θάλασσα και τα πάντα θα αναμορφωθούν και τότε θα λάβεις το παιδί σου πίσω λαμπρότερο. Και αν μεν απήλθε αμαρτωλός, ο θάνατος εσήμανε την παύση των έργων της κακίας. Διότι εάν ο Θεός εγνώριζε ότι θα παρουσίαζε μεταβολή, δεν θα τον έπαιρνε πριν μετανοήσει. Εάν όμως έφυγε δίκαιος από την ζωή, κατέχει τώρα τα αγαθά με ασφάλεια. Άρα είναι φανερόν ότι τα δάκρυά σου δεν μαρτυρούν φιλοστοργίαν, αλλά πάθος αλόγιστον. Επειδή αν αγαπούσες αυτόν που έφυγε, έπρεπε να χαίρεις και να ευφραίνεσαι που απηλλάγη από αυτήν την τρικυμία. Τί περισσότερον υπάρχει εδώ; Ειπέ μου, τι το νέο και ασύνηθες; Τα ίδια δεν βλέπουμε συνεχώς να επαναλαμβάνονται; Ημέρα και νύκτα, νύκτα και ημέρα. Χειμών και θέρος, θέρος και χειμών, και τίποτε περισσότερο. Και αυτά μεν είναι πάντοτε τα ίδια. Τα κακά όμως πάντοτε παράδοξα και ανανεωμένα. Με αυτά λοιπόν ήθελες να ταλαιπωρείται καθημερινώς μένοντας εδώ, να αρρωσταίνει, να πενθεί, να φοβείται, να τρέμει και, άλλα μεν από τα δεινά να τα υποφέρει, άλλα δε να φοβείται μήπως τα υποστεί; Ούτε βεβαίως ημπορείς να ισχυρισθείς ότι ταξιδεύοντας στο μέγα τούτο πέλαγος, ήταν δυνατόν να απαλλαγεί από την λύπη και τις μέριμνες και τα άλλα παρόμοια. Και εκτός αυτού συλλογίσου και το άλλο, ότι δεν τον εγέννησες αθάνατον. Και ότι αν δεν απέθαινε τώρα, θα το υφίστατο αυτό λίγο αργότερα. Αλλά δεν τον εχόρτασες; Θα τον απολαύσεις όμως εκεί οπωσδήποτε. Αλλά επιθυμείς να τον βλέπεις και εδώ; Και τι σε εμποδίζει; Έχεις και τώρα αυτήν την δυνατότητα, εάν νήφεις, διότι η ελπίς των μελλόντων είναι πιο φανερά από την όραση. Και αν ζούσε μέσα στα ανάκτορα, συ η ιδία η μητέρα του δεν θα ζητούσες να τον ιδείς, ακούγοντας ότι ευδοκιμεί. Τώρα όμως που τον βλέπεις να έχει αποδημήσει προς τα πολύ ανώτερα, μικροψυχείς για τον σύντομον αυτόν καιρό, και μάλιστα ενώ έχεις αντί εκείνου τον σύζυγό σου; Αλλά δεν έχεις άνδρα; Έχεις όμως παρηγορία τον «Πατέρα των ορφανών και κριτήν των χηρών». Άκου ότι και ο Παύλος αυτήν την χηρεία την μακαρίζει, λέγοντας: «Η δε όντως χήρα και μεμονωμένη ήλπισεν επί Κύριον». Πράγματι αυτή θα ευαρεστήσει περισσότερο τον Θεόν, δεδομένου ότι επέδειξε περισσοτέραν υπομονή. Μη θρηνείς λοιπόν γι’ αυτό το γεγονός, το οποίο θα γίνει αφορμή να στεφανωθείς, για το οποίο θα απαιτήσεις μισθόν. Απλώς επέστρεψες την παρακαταθήκην, εάν παρέδωσες αυτό που ο Θεός σου είχε εμπιστευθεί. Μη μεριμνάς πλέον, αφού εφύλαξες τον θησαυρό σε ασύλητο θησαυροφυλάκιο. Και, αν συνειδητοποιήσεις τι είναι η παρούσα και τι η μέλλουσα ζωή, και ότι αυτή μεν είναι ιστός αράχνης και σκιά, τα δε εκεί όλα αμετάβλητα και αθάνατα, δεν θα χρειασθείς πλέον άλλους λόγους. Τώρα το παιδί έχει απαλλαγεί από κάθε είδους μεταβολήν. Εάν όμως ήταν εδώ, ίσως παρέμενεν ενάρετος, αλλά ίσως και όχι. Ή δεν βλέπεις πόσοι αποκηρύττουν τα παιδιά τους; Πόσοι αναγκάζονται να τα κρατούν κοντά τους αν και είναι χειρότερα από τα αποκηρυγμένα; Ας συλλογιζόμεθα όλα αυτά, και ας φιλοσοφούμε. Με τον τρόπον αυτόν, και τον νεκρό θα ευχαριστήσωμε, και από τους ανθρώπους θα απολαύσωμε πολλούς επαίνους, και από τον Θεόν θα λάβωμε τον μεγάλο μισθό της υπομονής, και θα γίνωμε μέτοχοι των αιωνίων αγαθών. Τα οποία είθε να επιτύχωμε με την χάρη και την φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, «ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

(4ος – 5ος αιών, Migne, PG τομ. 57, στ. 369 – Από το βιβλίο “ Πατερικόν Κυριακοδρόμιον”, σελίς 353 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)
(Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)
http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=2057