Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

Ο ΑΓΙΟΣ  ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο  ΠΑΛΑΜΑΣ                    
                                                   

Δεν είναι τυχαίο και χωρίς βαθύτερη σημασία ότι μέσα στην περίοδο των ημερών της νηστείας παρεμβάλλεται η μνήμη ενός εκ μεγαλυτέρων Αγίων της Εκκλησίας, ενός θεολόγου και ομολογητή,του Οσίου Πατρός ημών Γρηγορίου του Παλαμά.
Ο Γρηγόριος Παλαμάς (1296-1359)υπήρξε η μεγαλύτερη εκκλησιαστική φυσιογνωμία του 14ου αιώνα, που πέτυχε μια νέα θεολογική σύνθεση δικαιώνοντας πλήρως τον ησυχασμό.
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από γονείς ευγενείς που διακρίνονταν για την ευσέβειά τους. σε ηλικία επτά χρόνων έχασε τον πατέρα του και ανέλαβε την προστασία του ο ίδιος ο αυτοκράτορας
Σπούδασε φιλοσοφία με καθηγητή το διάσημο φιλόσοφο Θεόδωρο Μετοχίτη, και ενώ προοριζόταν για λαμπρά αξιώματα, τον τράβηξε η ασκητική ζωή. Έγινε μοναχός και μόνασε στο Άγιο Όρος.
Εδώ για πρώτη φορά ο Γρηγόριος βρέθηκε αντιμέτωπος με το Βαρλαάμ τον Καλαβρό, ο οποίος σε θεολογικές συζητήσεις στην Κωνσταντινούπολη με εκπροσώπους της Δυτικής Εκκλησίας υποστήριζε την αγνωστικιστική θεωρία, ότι δεν είναι δυνατό να μιλάει κανείς με βεβαιότητα για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος "εκ του Υιού", αφού η ουσία του Θεού είναι ακατάληπτη και ο νους αδυνατεί να εισχωρήσει σ' αυτήν. Η διαφωνία κορυφώθηκε, όταν αργότερα ο Βαρλαάμ επιτέθηκε και εναντίον των ησυχαστών.
Ο Γρηγόριος ως εκπρόσωπος των μοναχών απέκρουσε τις απόψεις του αντιπάλου του και η Σύνοδος του 1341 στην πρωτεύουσα επικύρωσε τις απόψεις του.
Στο μεταξύ πέθανε ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος ο Γ' αλλά παρά τις δοκιμασίες του ο Παλαμάς, περιέπεσε σε δυσμένεια και φυλακίστηκε, συνέχισε τον αγώνα κατά του Γρηγορίου Ακινδύνου, που πήρε τη θέση τού Βαρλαάμ ύστερα από την αποχώρηση του τελευταίου.
Μετά τη λήξη του εμφύλιου πολέμου μεταξύ, δηλαδή, του Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού και Ιωάννη Ε', ο Παλαμάς εκλέχτηκε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης 1347 και μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, η οποία καθυστέρησε λόγω της αντιδράσεως των Ζηλωτών, επιδίωξε τη συμφιλίωση των αντιμαχόμενων πολιτικών μερίδων και συνέχισε τον αγώνα κατά των Βαρλααμιτών με αντίπαλο τώρα το Νικηφόρο Γρηγορά.
Τον Ιούλιο του 1351 συγκλήθηκε νέα σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη, που καταδίκασε όλους τους Βαρλααμίτες και ανύψωσε σε δόγμα τη διδασκαλία του Παλαμά συντάσσοντας μάλιστα και σχετικό Τόμο.
Σ' ένα ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους, αλλά απελευθερώθηκε ύστερα από καταβολή λύτρων.
Πέρα από τη μεγάλη συγγραφική του δράση και την καταπολέμηση της αίρεσης των Βαρλααμιτών, ο Παλαμάς ανέπτυξε επίσης πλούσιο κηρυκτικό και ποιμαντικό έργο.
Κοιμήθηκε το 1359 σε ηλικία 63 χρονών και πολύ γρήγορα ανακηρύχτηκε άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Οι κεντρικές θέσεις της διδασκαλίας του είναι οι εξής:
1) Θεολογία: Ο Παλαμάς με βάση την πατερική παράδοση και την προσωπική του εμπειρία διατύπωσε τη θεολογία του ησυχασμού. Κατ' αυτόν υπάρχουν δύο σοφίες, η ανθρώπινη και η θεία, η φιλοσοφία και η θεολογία. Η πρώτη ικανοποιεί μερικώς την ανθρώπινη περιέργεια και δίνει κανόνες για την κοινωνική συμπεριφορά, η δεύτερη, που είναι ανώτερη, βοηθεί τον άνθρωπο στο να γνωρίσει το θεό και να επιτύχει τη σωτηρία του.
Είναι δυνατή η γνώση του Θεού; ο Βαρλαάμ και οι οπαδοί του θεωρούν τον Θεό ακατάληπτο. Αντίθετα ο Παλαμάς διακρίνοντας ουσία και ενέργεια στο Θεό, διδάσκει ότι ο Θεός είναι ταυτόχρονα καταληπτός και ακατάληπτος. Ακατάληπτος στην ουσία (υπερκειμένη θεότητα). Ο άνθρωπος με την πίστη, που είναι δύναμη υπερβατική, καθαίροντας λίγο λίγο τον εαυτό του ανεβαίνει στην πιο ψηλή βαθμίδα τελίωσης, τη θεοπτία.
2) Ανθρωπολογία: Ο άνθρωπος είναι κτίσμα της δημιουργικής ενέργειας του Θεού. Το σώμα είναι κατοικητήριο της ψυχής, η οποία ως ουσία αυτοτελής διαχέεται σ' ολόκληρο το σώμα και το ζωογονεί.
Ο άνθρωπος κάνοντας κακή χρήση του αυτεξουσίου έχασε τη μέθεξη και κοινωνία της δόξας του Θεού, που ισοδυναμεί με θάνατο πνευματικό. Απ-ό την πτώση αυτή ανόρθωσε τον άνθρωπο ο Υιός του Θεού με την ανάληψη της ανθρώπινης φύσης και την ανακαίνισή της. Η αναγέννηση του ανθρώπου συνελείται με το βάπτισμα και διατηρείται με το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας.
3) Πνευματική ζωή: Όλοι οι πιστοί μπορούν να γευθούν τη δωρεά των ακτίστων και θεοποιών ενεργειών του Θεού, ιδιαίτερα όμως εκείνοι που απομακρύνονται από τον κόσμο. Και το σώμα του ανθρώπου, λόγω του συνδέσμου του με την ψυχή, μετέχει και αυτό στην προσευχή. Με την αδιάλειπτη προσευχή και τη συνέλιξη του νού μέσα στον άνθρωπο, που οι αρχάριοι ησυχαστές πετυχαίνουν με μια ορισμένη τεχνική, ολόκληρος ο άνθρωπος καταυγάζεται από την άκτιστη και θεοποιό ενέργεια της χάριτος. Η μέθεξη αυτή οδηγεί στη θέωση. Ο άνθρωπος καθίσταται άναρχος και ατελεύτητος, χωρίς όμως σύγχυση ή ταύτιση των ουσιών, "όλως διόλου γινόμεθα θεοί χωρίς της κατ' ουσίαν ταυτότητος".

Πηγή: "Εκκλησιαστική γραμματολογία" Δ. Τσάμη, εκδ. Πουρναρά, 2001

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

ΝΑ ΤΑ ΜΑΣ ΠΑΛΙ...








ΜΗΠΩΣ ΞΥΠΝΗΣΑΝ
ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ;






ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ

ΔΡΥΪΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΠΩΓΩΝΙΑΝΗΣ & ΚΟΝΙΤΣΗΣ



Αριθ. Πρωτ. 5 Εν Δελβινακίω τη 19η Φεβρουαρίου 2010



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης κ. ΑΝΔΡΕΑΣ,

έκανε τις ακόλουθες Δηλώσεις :



« Στην φιλοκυβερνητική αθηναϊκή εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» δημοσιεύθηκε η εξοργιστική είδηση, ότι «με μια πρωτοφανή ενέργεια το υπουργείο Εξωτερικών επιβάλλει τη ματαίωση των εορταστικών εκδηλώσεων, που οργανώνονται στις Ελληνικές πρεσβείες και προξενεία ανά τον κόσμο, για λόγους ... οικονομίας» ! Εξ άλλου, «σύμφωνα με εγκύκλιο, η οποία στάλθηκε σε όλες τις ελληνικές διπλωματικές Αρχές του εξωτερικού με θέμα «εορτασμός Εθνικής Επετείου από Αρχές Εξωτερικής Υπηρεσίας υπό παρούσα δυσχερή οικονομική συγκυρία», δίδεται εντολή να μην παρατεθούν οι καθιερωμένες δεξιώσεις για την 25η Μαρτίου». Τέλος, η εφημερίδα, αφού χαρακτηρίζει «ΓΚΑΦΑ ΤΟΥ ΥΠΕΞ» την εν λόγω ενέργεια, σημειώνει πως «μάλλον αρνητικό μήνυμα εκπέμπει για τη χώρα μας το γεγονός, ότι φέτος μόνο οι πρεσβευτικές και προξενικές Αρχές της Ελλάδας σε όλο τον κόσμο δεν θα εορτάσουν την εθνική επέτειο της χώρας τους». Προς επιβεβαίωση, μάλιστα, της ειδησεογραφίας του το «ΕΘΝΟΣ» παραθέτει και φωτοτυπία της Εγκυκλίου του Υπουργείου Εξωτερικών για την ματαίωση των εκδηλώσεων για την 25η Μαρτίου.

Κάθε Έλληνας δεν μπορεί παρά να νοιώση αγανάκτηση και πόνο βαθύ για την απαράδεκτη αυτή ενέργεια. Αντί, δηλαδή, το Εθνικό Κέντρο να τονώνη το φρόνημα των όπου γης Ομογενών μας, που εργάζονται και προοδεύουν και τιμούν το όνομα της Ελλάδος, φροντίζει να το υποβαθμίζη με τέτοιου είδους αθλιότητες, οι οποίες μόνο με μια λέξη μπορούν να χαρακτηρισθούν :

ΝΤΡΟΠΗ !

Διαμαρτύρομαι με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Και καλώ τον κύριο Πρωθυπουργό, ως Υπουργό των Εξωτερικών, να ανακαλέση την μικρόψυχη και κακοήθη αυτήν Εγκύκλιο. Σε ώρες δύσκολες, όπως η παρούσα, χρειάζεται να είναι ενωμένος ολόκληρος ο Ελληνισμός με υψηλό το εθνικό του φρόνημα. Μη παίζωμεν εν ου παικτοίς ».





(Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως).

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Η νίκη της αληθούς Πίστεως



του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνού



Στις 11 Μαρτίου 843 - πρώτη Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής τότε - μία σύνοδος στην Πόλη «αναστήλωσε», ανάρτησε και πάλι στους στύλους των ναών, τις άγιες εικόνες, δίνοντας έτσι τέλος στην πολιτικοθρησκευτική αναστάτωση της εικονομαχίας (726 - 843). Πρωτοστάτησε μία γυναίκα, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι οι γυναίκες, ως μόνιμος φορέας του πολιτισμού, σώζουν την πίστη! Η Θεοδώρα είχε οσιακά τέλη στη Μονή των Γαστρίων και ίσως κάποιοι να μη γνωρίζουν ότι το λείψανό της βρίσκεται ακέραιο και άφθαρτο στην Κέρκυρα.
Ονομάστηκε «εορτή της Ορθοδοξίας» ως «νίκη της αληθούς Πίστεως», που προσφέρεται στον άνθρωπο ως δυνατότητα σωτηρίας, δηλαδή θέωσης. Η Ορθοδοξία είναι, σύμφωνα με τον αγιοπατερικό χαρακτηρισμό, «εργαστήριον αγιότητος», δηλαδή «εργοστάσιο παραγωγής Αγίων», ανθρώπων μεταμορφωμένων μέσα στη Θεία Χάρη, για να μπορούν να ζουν ως συν - άνθρωποι, ικανοί να δημιουργήσουν σχέσεις ισότητας και αδελφοσύνης. Όπου δε σώζεται αυτός ο άνθρωπος, ούτε αυθεντική κοινωνία μπορεί να υπάρξει. Στην Ορθοδοξία - όταν και όπου υπάρχει - σώζεται ένα τρισορθογώνιο σύστημα αναφοράς στο Θεό, το συνάνθρωπο και τον εαυτό μας, που συνιστά την ενότητα και ακεραιότητα του ανθρώπου (=σαότης/σωτηρία). Στην Ορθοδοξία των Αγίων μας δε σώζεται κανείς ατομικά, αλλά «διά του πλησίον». Αυτά γιορτάζουμε σήμερα...

«Ευρήκαμεν Ιησούν»

Ορθοδοξία, όμως, είναι η εύρεση του Χριστού, ως Θεού και Σωτήρα. Αυτό σημαίνει ο λόγος του σημερινού Ευαγγελίου «ευρήκαμεν Ιησούν» (Ιω. 1,69). Είναι η εκπλήρωση της λυτρωτικής προσδοκίας σύνολης της ανθρωπότητας. Ο απ. Πέτρος, απολογούμενος ενώπιον του εβραϊκού Συνεδρίου, τόλμησε να πει: «Ουκ εστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία» - Κανείς άλλος δεν μπορεί να σώσει (Πρ. 4,11). Αυτό σημαίνει: Κανείς άλλος εκτός του Χριστού δεν μπορεί να οδηγήσει στη Θεογνωσία, στην αληθινή ένωση του ανθρώπου με το Θεό, του κτιστού με τον Άκτιστο.
Στην Ορθοδοξία δε γνωρίζουμε το Θεό διανοητικά, στοχαστικά, αφηρημένα ως κάποιο απρόσιτο «πνεύμα», αλλά στο Θεάνθρωπο Χριστό, που ανήκει στην ιστορική πραγματικότητα και έγινε όμοιος με μας (άνθρωπος), χωρίς όμως την αμαρτία μας (Εβρ. 4,15).
Η αμαρτία δεν ανήκει στην αρχική φύση του ανθρώπου, που έπλασε ο Θεός. Γι' αυτό στον αληθινό Χριστό δεν μπορεί να βρει κανείς χαρακτηριστικά και συμπεριφορές, όμοια με τα δικά μας, που ζούμε με την τραγικότητα της πτώσης. «Υπέρ άνθρωπον αυτού τα ανθρώπινα» διακηρύσσει ο αγιοπατερικός λόγος.
Εκούσια προσέλαβε ο Χριστός τα «αδιάβλητα» (μη εφάμαρτα) πάθη μας: την πείνα, τη δίψα, τον πόνο, το θάνατο, τις συνέπειες δηλαδή της πτώσης, μετέχοντας έτσι στην ιστορική περιπέτειά μας, για να σώσει τον άνθρωπο και να αγιάσει την ιστορία. Ο Χριστός, που σώζει, είναι ο Χριστός των Αγίων μας, ως «Χριστός της πίστεως» αλλά και «της ιστορίας». Αυτόν το Χριστό συναντάμε στο Σώμα του, την Εκκλησία.

Προσωπική προσέγγιση

Βέβαια, ο καθένας μπορεί να προσεγγίσει το Χριστό με το δικό του τρόπο, πλάθοντας - αυθαίρετα - το Χριστό, κατά το περιεχόμενο της καρδιάς του ή της διανοίας του (μεταφυσική κατανόησή Του). Σε αυτή την περίπτωση, όμως, προβάλλουμε στο Χριστό τα δικά μας πάθη και «τιμάμε» το Χριστό των παθών μας (ας θυμηθούμε το ελληνικό δωδεκάθεο). Πάντα το πρόβλημα της προσέγγισης του Θεού είναι ο άνθρωπος. «Δείξόν μοι τον άνθρωπόν σου, καγώ σοι δείξω τον Θεόν μου», απάντησε ο αρχαίος απολογητής (β΄ αι.) Θεόφιλος στον εθνικό συνομιλητή του Αυτόλυκο.

Αν ο άνθρωπος δεν καθαρίσει την καρδιά του και δεν «πλησθή Πνεύματος Αγίου» (Πρ. 2,4) θα «βλέπει» το Χριστό μέσα από το πρίσμα της (αρρωστημένης) φαντασίας του.

Οι άγιοι - άνδρες και γυναίκες - βλέποντας το Χριστό «εν καθαρά καρδία» «δοξάζουν» - δηλαδή φανερώνουν - τον αληθινό Χριστό και δε συντελούν, όπως εμείς οι διαστρεβλωτές της αγιότητας στο να «βλασφημήται ο Θεός εν τοις έθνεσιν» (Ρωμ. 2,24). Δεν ξέρω, αλήθεια, αν, κάθε φορά που συκοφαντείται ο Χριστός, μπορούμε οι λεγόμενοι χριστιανοί να αναζητήσουμε την αιτία στην αντίχριστη συμπεριφορά μας (βλ. Ρωμ. 2,17 - 23)...

Ιεραποστολική μαρτυρία

Η αληθινή σχέση του ανθρώπου με το Σωτήρα Χριστό βεβαιώνεται μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας ως ιεραποστολική μαρτυρία και (πρόσ)κληση σ' εκείνον: «Έρχου και ίδε» (Ιω. 1,46). «Ουαί μοι, εάν μη ευαγγελίζωμαι» - αλίμονό μου, αν δεν κηρύττω το ευαγγέλιο του Χριστού - ομολογούσε ο απ. Παύλος στους Έλληνες της Κορίνθου (Α΄ Κορ. 9,15).
Στον Παύλο, άλλωστε, οφείλει τον εν Χριστώ φωτισμό της και όλη η Ευρώπη. Σ' αυτόν, που συνέχισε - με έναν άλλο τρόπο - το έργο του Μ. Αλεξάνδρου προς τη Δύση. Γι' αυτό ίσως μοιράζεται και ο Παύλος τις εναντίον του Χριστού επιθέσεις! Άλλο το πώς κατάντησε το χριστιανισμό - και το Χριστό - του Παύλου η Ευρώπη!
Είναι, πάντως, εύστοχη η σύνδεση της «Κυριακής της Ορθοδοξίας» με την ιεραποστολή, ως έκφραση της «εν Χριστώ εμπειρίας» («ευρήκαμεν Ιησούν») και κλήση στην «εν Χριστώ» σωτηρία («έρχου και ίδε»).

«Ίδε» όμως σημαίνει «Ζήσε»...


* Εφημερίδα Η Καθημερινή, 19 Μαρτίου 2000
http://www.aegean.gr/agios-therapontas/magazine/hospitality/author/head_priest/Metallinos/victory.html

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ


«Ένας τρόπος ζωής»



Με την παρακολούθηση των ακολουθιών, με τη νηστεία, ακόμα και με την προσευχή σε τακτά διαστήματα δεν εξαντλείται η όλη προσπάθεια στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Ή μάλλον για να είναι όλα αυτά αποτελεσματικά και να έχουν νόημα, πρέπει να υποστηρίζονται και από αυτή την ίδια τη ζωή. Χρειάζεται δηλαδή ένας «τρόπος ζωής» πού να μην έρχεται σε αντίθεση με όλα αυτά και να μην οδηγεί σε μια «διασπασμένη» ύπαρξη. Στο παρελθόν, στις ορθόδοξες χώρες η ίδια η κοινωνία πρόσφερε μια τέτοια υποστήριξη με τον συνδυασμό που είχε στα έθιμα, στις εξωτερικές αλλαγές, με τη νομοθεσία, με τους δημόσιους και ιδιωτικούς κανονισμούς, με όλα δηλαδή όσα περιλαμβάνονται στη λέξη πολιτισμός. Κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή ολόκληρη η κοινωνία υποδεχόταν ένα συγκεκριμένο ρυθμό ζωής, ορισμένους κανόνες που υπενθύμιζαν στα άτομα-μέλη της κοινωνίας την περίοδο της Σαρακοστής. Στη Ρωσία, λόγου χάρη, δεν μπορούσε κανείς εύκολα να ξεχάσει τη Σαρακοστή γιατί οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν διαφορετικά αυτή την περίοδο• τα θέατρα έκλειναν και, σε παλιότερους καιρούς, τα δικαστήρια ανέβαλλαν τη λειτουργία τους. Φυσικά όλα αυτά τα ερεθίσματα από μόνα τους, είναι φανερό, ότι δεν ήταν δυνατό να αναγκάσουν τον άνθρωπο να οδηγηθεί στη μετάνοια ή σε μια πιο ζωντανή θρησκευτική ζωή. Αλλά όμως δημιουργούσαν μια ορισμένη ατμόσφαιρα - ένα είδος σαρακοστιανού κλίματος - όπου η ατομική προσπάθεια γινόταν ευκολότερη. Ακριβώς επειδή είμαστε αδύναμοι χρειαζόμαστε τις εξωτερικές υπενθυμίσεις, τα σύμβολα, τα σημάδια. Φυσικά πάντα υπάρχει ο κίνδυνος αυτά τα εξωτερικά σύμβολα ν' αποκτήσουν αυτοτέλεια, να γίνουν αυτοσκοπός, και έτσι αντί να είναι απλά μια υπενθύμιση, να γίνουν για την κοινή αντίληψη το μόνο περιεχόμενο της Μεγάλης Σαρακοστής. Αυτόν τον κίνδυνο τον έχουμε επισημάνει παραπάνω όταν μιλήσαμε για τις εξωτερικές συνήθειες και τα πανηγύρια που αντικαθιστούν τη γνήσια προσωπική προσπάθεια. Αν όμως καταλάβουμε σωστά αυτές τις συνήθειες τότε θα γίνουν ο «κρίκος» που συνδέει την πνευματική προσπάθεια με τη ζωή.
Δεν ζούμε σε μια ορθόδοξη κοινωνία [Ο συγγραφέας, Ρώσος στην καταγωγή, ζει σήμερα στην Αμερική] και φυσικά δεν είναι δυνατό να δημιουργηθεί αυτό το «κλίμα της Σαρακοστής σε επίπεδο κοινωνικό. Είτε είναι Σαρακοστή είτε όχι, ο κόσμος που μας περιβάλλει, που αποτελούμε και μεις δικό του αναπόσπαστο κομμάτι, δεν αλλάζει. Κατά συνέπεια ζητιέται από μας μια νέα προσπάθεια να σκεφτούμε την απαραίτητη θρησκευτική σχέση ανάμεσα στο «εξωτερικό» και το «εσωτερικό». Η πνευματική τραγωδία της εκκοσμίκευσης είναι εκείνη που μας σπρώχνει σε μια πραγματική θρησκευτική «σχιζοφρένεια» - ένα σπάσιμο δηλαδή της ζωής μας σε δυο κομμάτια: το θρησκευτικό και το κοσμικό, που έχουν όλο και λιγότερη αλληλοεξάρτηση. Έτσι η πνευματική προσπάθεια είναι απαραίτητη για να μεταθέσει τα παραδοσιακά έθιμα και τις συνήθειες, πού είναι βασικά μέσα στην προσπάθειά μας κατά την περίοδο τής Σαρακοστής. Μ' ένα πειραματικό και αναγκαστικά σχηματικό τρόπο θα μπορούσε κανείς να δει αυτή την προσπάθεια σε δυο πλαίσια: στη ζωή μέσα στο σπίτι και στη ζωή έξω απ' αυτό.
Για την ορθόδοξη αντίληψη, το σπίτι και η οικογένεια αποτελούν την πρώτη και βασικότερη περιοχή της χριστιανικής ζωής ή της εφαρμογής των χριστιανικών αρχών στην καθημερινή ζωή. Το σπίτι, δηλαδή το στυλ και το πνεύμα της οικογενειακής ζωής και όχι το σχολείο, ακόμα ούτε και η Εκκλησία, είναι εκείνο που σχηματίζει μέσα μας τη θεμελιακή αντίληψη για τον κόσμο• που μορφοποιεί στο εσωτερικό μας το βασικό προσανατολισμό τον οποίο ίσως για αρκετό διάστημα δεν τον καταλαβαίνουμε, αλλά που τελικά θα γίνει ένας αποφασιστικός παράγοντος. Ο στάρετς Ζωσιμάς του Dοstοyevsky στους Αδελφούς Καραμαζώφ λέει: «εκείνος που μπορεί να έχει καλές αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία είναι σωσμένος για όλη του τη ζωή». Το σημαντικό δε είναι ότι κάνει αυτή την παρατήρηση ύστερα από τη θύμηση της μητέρας του που τον είχε πάρει μαζί της στην Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων. Θυμάται την ομορφια της ακολουθίας, τη μοναδική μελωδία του κατανυκτικού «κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου...». Η υπέροχη προσπάθεια για θρησκευτική αγωγή που γίνεται σήμερα στα κατηχητικά σχολεία δε σημαίνει και πολλά πράγματα, αν δεν βασίζεται στη ζωή της οικογένειας. Τι, λοιπόν, θα μπορούσε και θα έπρεπε να γίνει στο σπίτι στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής; Επειδή είναι αδύνατο να καλύψουμε εδώ όλες τις πλευρές της οικογενειακής ζωής θα περιοριστούμε μόνο σε μια απ' αύτές.

Όλοι μας, χωρίς αμφιβολία, συμφωνούμε ότι ο τρόπος της οικογενειακής ζωής έχει ριζικά αλλοιωθεί με την παρουσία του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Αυτά τα μέσα της «μαζικής ενημέρωσης» διαποτίζουν σήμερα ολόκληρη τη ζωή. Δεν χρειάζεται κανείς να βγει από το σπίτι για να βρεθεί «έξω». Ολόκληρος ο κόσμος είναι μόνιμα εδώ, σε απόσταση που τον φτάνουμε... ακίνητοι. Και, σιγά σιγά, η στοιχειώδης εμπειρία να βρεθούμε σ' έναν εσωτερικό κόσμο, μέσα στην ομορφιά της «εσωτερικότητας» έχει εντελώς χαθεί από το σύγχρονο πολιτισμό μας. Και αν δεν είναι η τηλεόραση, είναι η μουσική. Η μουσική έπαψε να είναι κάτι που το ακούει κανείς• σταθερά πια έγινε μια «υπόκρουση θορύβου» που συνοδεύει τις συνομιλίες μας, το διάβασμα, το γράψιμο κλπ. Στην πραγματικότητα αυτή η ανάγκη να ακούγεται συνέχεια μουσική φανερώνει την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να χαρεί τη σιωπή, να την καταλάβει όχι σαν κάτι αρνητικό, σαν μια απλή έλλειψη, αλλά ακριβώς σαν μια παρουσία και σαν την μοναδική προϋπόθεση για την πιο αληθινή παρουσία. Αν ο Χριστιανός του παρελθόντος ζούσε κατά ένα μεγάλο βαθμό σ' ένα σιωπηλό κόσμο που του έδινε πλούσιες ευκαιρίες για αυτοσυγκέντρωση στον εσωτερικό του κόσμο, ο σημερινός χριστιανός είναι αναγκασμένος να κάνει ειδική προσπάθεια για να καλύψει αυτή την αναγκαία διάσταση της σιωπής η οποία αυτή μόνο μπορεί να μας φέρει σε επαφή με τις υψηλές πραγματικότητες. Έτσι, λοιπόν, το πρόβλημα του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής δεν είναι περιθωριακή υπόθεση, αλλά με πολλούς τρόπους είναι ένα θέμα πνευματικής ζωής ή θανάτου.
Πρέπει κανείς να συνειδητοποιήσει ότι είναι αδύνατο να μοιράσουμε τη ζωή μας ανάμεσα στη «χαρμολύπη» της Μεγάλης Σαρακοστής και στο τελευταίο σήριαλ. Αυτά τα δυο βιώματα είναι ασυμβίβαστα και το ένα, σίγουρα, θα σκοτώσει το άλλο. Και είναι πολύ πιθανό, εκτός αν γίνεται μια έντονη προσπάθεια, ότι το τελευταίο σήριαλ έχει πολύ μεγαλύτερες ελπίδες σε βάρος της «χαρμολύπης» - παρα το αντίθετο. Μια πρώτη «συνήθεια» που προτείνεται είναι να μειωθεί δραστικά η παρακολούθηση του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης στην περίοδο της Σαρακοστής. Δεν τολμούμε να ελπίζουμε ότι θα υπάρξει μία «γενική» νηστεία, αλλά μόνο η «ασκητική» η οποία, όπως ξέρουμε, σημαίνει, πρώτα απ' όλα αλλαγή τροφής και μείωσή της. Φυσικά τίποτε το κακό δεν υπάρχει, λόγου χάρη, στο να συνεχίσει κανείς να παρακολουθεί στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση ειδήσεις, εκλεκτές σειρές, ενδιαφέροντα και πνευματικά η διανοητικά εμπλουτισμένα προγράμματα. Εκείνο που πρέπει να σταματήσει στην διάρκεια της Σαρακοστής είναι η πλήρης «παράδοση» στην τηλεόραση - η μετατροπή δηλαδή του ανθρώπου σε «λάχανο» πάνω σε μια πολυθρόνα κολλημένο στην οθόνη που παθητικά δέχεται ό,τι βγαίνει απ' αυτή. Όταν ήμουνα παιδί (ήταν τότε η προηλεοπτική εποχή) η μητέρα μου συνήθιζε να κλειδώνει το πιάνο την πρώτη, την τετάρτη και την έβδομη εβδομάδα της Σαρακοστής. Αυτή η ανάμνηση είναι μέσα μου ζωηρότερη από τις μακρινές ακολουθίες της Σαρακοστής και ακόμα και σήμερα όταν παίζει το ραδιόφωνο αυτές τις μέρες με ταράζει σχεδόν όσο και μια βλαστήμια. Αναφέρω αυτή την προσωπική μου ανάμνηση μόνο σαν μια διευκρίνηση της επίδρασης που μπορούν να έχουν μερικές εξωτερικές ενέργειες στην ψυχή ενός παιδιού. Kαι αυτό που κρύβεται εδώ δεν είναι ένα απλό απομονωμένο έθιμο ή ένας κανόνας αλλά είναι μια εμπειρία της Σαρακοστής σαν μιας ειδικής χρονικής περιόδου, σαν κάποιου πράγματος που είναι παρόν όλο το χρόνο και που δεν πρέπει να χαθεί, να ακρωτηριαστεί, να καταστραφεί. Εδώ ακόμα, όσον αφορά τη νηστεία, μια απλή απουσία ή αποχή από την τροφή δεν είναι επαρκής, πρέπει να έχει το θετικό της συμπλήρωμα.
Η σιωπή που δημιουργεί η απουσία του θορύβου του κόσμου, των θορύβων που παράγονται από τα μέσα της μαζικής επικοινωνίας, πρέπει να γεμίσει με θετικό περιεχόμενο. Αν η προσευχή είναι η τροφή για τις ψυχές μας, τροφή, επίσης, θέλει και το μυαλό μας, γιατί ακριβώς αυτό το διανοητικό μέρος του ανθρώπου είναι που καταστρέφεται σήμερα από το ασταμάτητο σφυροκόπημα της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, των εφημερίδων, των εικονογραφημένων εκδόσεων κλπ. Αυτό, λοιπόν, που προτείνουμε, παράλληλα με την πνευματική προσπάθεια, είναι μια διανοητική, θα λέγαμε, προσπάθεια. Πόσα, αλήθεια, αριστουργήματα, πόσους υπέροχους καρπούς της ανθρώπινης σκέψης, της φαντασίας και της δημιουργικότητας αρνούμαστε στη ζωή μας μόνο και μόνο γιατί μας ειναι πολύ πιο άνετο, γυρίζοντας στο σπίτι από τη δουλειά παραδομένοι στη σωματική και διανοητική κόπωση, να πιέσουμε το κουμπί της τηλεόρασης ή να βυθιστούμε στο τέλειο κενό ενός εικονογραφημένου περιοδικού. Αλλά πώς φανταζόμαστε ότι θα μπορούσαμε να προγραμματίσουμε την περίοδο της Σαρακοστής; Ίσως να κάνουμε ένα κατάλογο βιβλίων για διάβασμα; φυσικά δεν είναι απαραίτητο όλα αυτά τα βιβλία να είναι οπωσδήποτε θρησκευτικά, δεν μπορούν όλοι να γίνουν θεολόγοι. Όμως υπάρχει πολλή «Θεολογία» κρυμμένη σε μερικά λογοτεχνικά αριστουργήματα και καθετί που πλουτίζει τη νοημοσύνη μας, κάθε καρπός της αληθινής ανθρώπινης δημιουργίας είναι ευλογημένος από την Εκκλησία και, όταν χρησιμοποιηθεί κατάλληλα, αποκτάει πνευματική αξία.
Σε προηγούμενο κεφάλαιο αναφέραμε ότι η τέταρτη και η πέμπτη Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένες στη μνήμη δύο μεγάλων διδασκάλων της χριστιανικής πνευματικότητας: του αγίου Ιωάννου της Κλίμακας και της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Θα πρέπει αυτό να το πάρουμε σαν μια ευρύτερη απόδειξη ότι εκείνο που ζητάει από μας η Εκκλησία να κάνουμε στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής είναι να εμπλουτίσουμε τον πνευματικό και διανοητικό εσωτερικό κόσμο μας, να μελετήσουμε και να στοχασθούμε πάνω σε ό,τι μπορεί να μας βοηθήσει ν' ανακαλύψουμε αυτόν τον εσωτερικό κόσμο και τις χαρές του. Από αυτή τη χαρά, από την αληθινή κλήση του ανθρώπου που εκπληρώνεται εσωτερικά και όχι εξωτερικά, ο «σύγχρονος κόσμος» δεν μας προσφέρει σήμερα ούτε καν μια γεύση• όμως χωρίς αυτή, χωρίς την αντίληψη της Σαρακοστής σαν ταξιδιού στο βάθος του είναι μας, η Σαρακοστή χάνει το νόημά της.
Τέλος, ποιο θα μπορούσε να είναι το νόημα της Σαρακοστής στις ατέλειωτες ώρες που περνάμε έξω από το σπίτι; Στις συναλλαγές μας, καθισμένοι σ' ένα γραφείο ή ασκώντας τα επαγγελματικά μας καθήκοντα, ή όταν συναναστρεφόμαστε τους συναδέλφους και τους φίλους μας; Αν και δεν είναι δυνατόν να δοθει εδώ μια συγκεκριμένη συνταγή, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, όμως μερικές πολύ γενικές απόψεις μπορούν να λεχθούν. Και πρώτα πρώτα η Σαρακοστή είναι μια θαυμάσια ευκαιρία να ελέγξουμε τον απίστευτα υπεροπτικό χαρακτήρα μας στις σχέσεις μας με τους ανθρώπους, στα διάφορα γεγονότα και στη δουλειά. «Χαμογέλα!», «μη στεναχωριέσαι» κλπ. είναι σλόγκαν που στην πραγματικότητα έγιναν «διαταγές» που πρόθυμα τις δεχόμαστε και που σημαίνουν: μην ανακατεύεσαι, μη ρωτάς, μη προχωράς βαθύτερα στις σχέσεις σου με τους άλλους ανθρώπους• φύλαξε τους κανόνες του παιγνιδιού που συνδυάζει τη φιλική διάθεση με την τέλεια αδιαφορία• σκέψου τα πάντα μόνο μέσα στα πλαίσια του υλικού κέρδους, της ωφέλειας, της προαγωγής να είσαι, μ' άλλα λόγια, ένα κομμάτι του κόσμου ο οποίος ενώ συνέχεια χρησιμοποιεί τις μεγάλες λέξεις: ελευθερία, ευθύνη, φροντίδα κλπ., de facto ακολουθεί την υλιστική αρχή ότι ο άνθρωπος είναι αυτά που τρώει!
Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι περίοδος για αναζήτηση νοήματος. Να βρω, δηλαδή, νόημα στην επαγγελματική μου ζωή στα πλαίσια της κλήσης μου• νόημα στις προσωπικές σχέσεις μου με τ' άλλα πρόσωπα• νόημα στη φιλία• νόημα στις ευθύνες μου. Δεν υπάρχει απασχόληση, επάγγελμα που να μη μπορεί να «μεταμορφωθεί» - έστω και για λίγο μόνο - με στόχο όχι τη μεγαλύτερη απόδοση ή την καλύτερη, οργάνωση αλλά τις ανθρώπινες σχέσεις. Η ίδια προσπάθεια για «εσωτερικοποίηση» όλων των σχέσεών μας είναι απαραίτητη γιατί είμαστε ελεύθερες ανθρώπινες υπάρξεις που καταντήσαμε (χωρίς τις περισσότερες φορές να το ξέρουμε) φυλακισμένοι στα συστήματα τα οποία προοδευτικά κάνουν τον κόσμο μας απάνθρωπο. Και αν στην πίστη μας υπάρχει κάποιο νόημα, αυτό πρέπει να είναι συνδεδεμένο με τη ζωή καί όλα τα συνακόλουθά της. Χιλιάδες άνθρωποι νομίζουν ότι οι απαραίτητες αλλαγές έρχονται μόνο απ' έξω με την επανάσταση και την αλλαγή στις εξωτερικές συνθήκες. Στο χέρι τους ειναι να αποδείξουν οι χριστιανοί ότι στην πραγματικότητα καθετί ξεκινάει από μέσα -από την πίστη και τη ζωή σύμφωνα με την πίστη αύτή. Η Εκκλησία όταν μπήκε στον Ελληνο-ρωμαϊκό κόσμο, δεν κατάγγειλε τη δουλεία, δεν ξεσήκωσε σε επανάσταση. Αυτή η ίδια η πίστη της, η νέα θεώρηση του ανθρώπου και της ζωής είναι κείνη που προοδευτικά καταργεί τη δουλεία. Ένας «άγιος» - και άγιος εδώ σημαίνει, πολύ απλά, κάθε άνθρωπος που παίρνει πάντοτε στα σοβαρά την πίστη του - θα κάνει πολύ περισσότερα για την αλλαγή του κόσμου παρά χιλιάδες τυπωμένα προγράμματα. Ο άγιος είναι ο μόνος αληθινός επαναστάτης σ' αύτόν τον κόσμο.
Μια τελευταία γενική παρατήρηση: η Μεγάλη Σαρακοστή είναι ευκαιρία για έλεγχο στα λόγια μας. Ο κόσμος μας είναι υπερβολικά βερμπαλιστικός και μεις συνέχεια πλημμυρίζουμε από λόγια που έχουν χάσει το νόημά τους και συνεπώς τη δύναμή τους. Ο Χριστιανισμός αποκαλύπτει την ιερότητα του λόγου - ένα αληθινά θείο δώρο στον άνθρωπο. Γι' αυτό ακριβώς η ομιλία μας είναι προικισμένη με τεράστια δύναμη είτε θετική είτε αρνητική. Γι' αυτό επίσης και θα κριθούμε για τα λόγια μας: «λέγω δε υμίν ότι παν ρήμα αργόν ο εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι αποδώσουσι περί αυτού λόγον εν ημέρα κρίσεως. Εκ γαρ των λόγων σου δικαιωθήση και εκ των λόγων σου καταδικασθήση» (Ματθ. 12,36-37).
Ελέγχουμε τα λόγια μας με το να ανακαλύπτουμε τη σοβαρότητα και την ιερότητά τους, να καταλαβαίνουμε ότι μερικές φορές ένα «αστείο» που λέγεται απερίσκεπτα, μπορεί να έχει καταστρεπτικά αποτελέσματα, μπορεί να γίνει εκείνη η τελευταία «σταγόνα» που ξεχυλίζει το ποτήρι και ο άνθρωπος φτάνει στην τελική απελπισία και καταστροφή. Αλλά ο λόγος μπορεί επίσης να είναι και μια μαρτυρία. Μια τυχαία συνομιλία σ' ένα γραφείο με το συνάδελφο μπορεί να μεταδώσει καλύτερα μια θεώρηση για τη ζωή, μια διάθεση απέναντι στους άλλους ανθρώπους και στη δουλειά και να έχει περισσότερα αποτελέσματα από το τυπικό κήρυγμα. Μπορεί, από μια τέτοια συνομιλία, να πέσουν σπόροι για μια ερώτηση πάνω στη δυνατότητα μιας άλλης προσέγγισης της ζωής, σπόροι για επιθυμία να γνωρίσει κανείς περισσότερα. Δεν έχουμε, πραγματικά, ιδέα πόσο επηρεάζουμε ο ένας τον άλλον με τα λόγια, με τον τόνο της προσωπικότητας μας. Και τελικά οι άνθρωποι ελκύονται στο Θεό, όχι γιατί κάποιος μπόρεσε να τους δώσει διαφωτιστικές εξηγήσεις, αλλά γιατί είδαν σ' αυτόν το φως, τη χαρά, το βάθος, τη σοβαρότητα, την αγάπη που από μόνα τους αποκαλύπτουν την παρουσία και τη δύναμη του Θεού στον κόσμο.
Έτσι, αν η Μεγάλη Σαρακοστή όπως είπαμε στην αρχή, είναι η ανακάλυψη της πίστης από τον άνθρωπο, είναι επίσης και ανόρθωση της ζωής του, του θεϊκού νοήματός της, του κρυμμένου βάθους της. Με το να απέχουμε από την τροφή Αυτόν και δι' Αυτού σε όλα όσα Εκείνος ξαναβρίσκουμε τη γλύκα της και ξαναμαθαίνουμε πώς να την παίρνουμε από το Θεό με χαρά και ευγνωμοσύνη. Με το «να μειώνουμε» τις ψυχαγωγίες, τη μουσική, τις συζητήσεις, τις επιπόλαιες κοινωνικότητες, ανακαλύπτουμε την τελική αξία των ανθρώπινων σχέσεων, της ανθρώπινης δουλειάς, της ανθρώπινης τέχνης. Kαι τα ξαναβρίσκουμε όλα αυτά ακριβώς γιατί ξαναβρίσκουμε τον ίδιο το Θεό, γιατί ξαναγυρίζουμε σ' μας έδωσε μέσα από την τέλεια αγάπη και το έλεός Του.







Alexander Schmemann
Η Μεγάλη Σαρακοστή στη ζωή μας
Από το βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή. Πορεία προς το Πάσχα» Μετάφραση: Ελένη Γκανούρη. Αθήνα 1999, ζ' έκδοση
Εκδόσεις Ακρίτας

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ




ΑΣ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΜΕ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ




Μέχρι τώρα [στα προηγούμενα κεφάλαια του έργου] μιλήσαμε για τη διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με τη Μεγάλη Σαρακοστή όπως μας μεταδίδεται κυρίως μέσα από τη λατρεία αυτής της περιόδου. Τώρα μπορεί κανείς να ρωτήσει: Πώς είναι δυνατόν να εφαρμόσουμε στη ζωή μας αυτή τη διδασκαλία; Πώς θα μπορούσε η Μεγάλη Σαρακοστή να έχει όχι μια απλή επιφανειακή αλλά μια αληθινή επίδραση στην ύπαρξή μας; Τούτη η ζωή είναι πολύ διαφορετική από τη ζωή των ανθρώπων εκείνων που ζούσαν τον καιρό που γράφονταν αυτοί οι ύμνοι και οι ακολουθίες και συντάσσονταν οι κανόνες και τα τυπικά. Ζούσε τότε κανείς σε μια σχετικά μικρή καί βασικά αγροτική κοινωνία, μέσα σ' ένα οργανωμένο ορθόδοξο κόσμο και η Εκκλησία διαμόρφωνε το γενικό ρυθμό της ζωής του. Τώρα όμως ζούμε σε τεράστια αστικά κέντρα, σε τεχνοκρατούμενες κοινωνίες, πληθωρικές στα θρησκευτικά «πιστεύω» τους με εκκοσμικευμένες απόψεις για τον κόσμο και μέσα σ' αυτές εμείς οι ορθόδοξοι αποτελούμε μια ασήμαντη μειονότητα. Η Μεγάλη Σαρακοστή δεν είναι πια «αισθητή» όπως ήταν παλιά στην Ελλάδα ή στην Ρωσία, ας πούμε. Η ερώτησή μας λοιπόν είναι πολύ ουσιαστική: πώς μπορούμε εμείς -πέρα από το να κάνουμε μια ή δυο «συμβατικές» αλλαγές στην καθημερινή ζωή μας - να τηρήσουμε τή Σαρακοστή;
Είναι φανερό, λόγου χάρη, ότι για τους πιο πολλούς από τους πιστούς το να παρακολουθούν καθημερινά τις ακολουθίες αυτής της περιόδου είναι πέρα από κάθε συζήτηση. Εξακολουθούν, φυσικά να εκκλησιάζονται την Κυριακή, αλλά, όπως έχουμε πεί, τις Κυριακές της Σαρακοστής η Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον εξωτερικά, δεν αντανακλά κάτι από τη Μεγάλη Σαρακοστή και έτσι δεν μπορεί κανείς να έχει ούτε καν την αίσθηση του λατρευτικού τυπικού της Σαρακοστής, δεδομένου μάλιστα ότι η λατρεία είναι το μόνο μέσο που μας μεταφέρει στο πνεύμα της Σαρακοστής. Και εφ' όσον η Σαρακοστή με κανένα τρόπο δεν χρωματίζει τον πολιτισμό στον οποίο ανήκουμε, δεν είναι ν' απορεί κανείς που αρνητικά καταλαβαίνουμε τη Σαρακοστή• δηλαδή, σαν μια περίοδο στην οποία απαγορεύονται μερικά πράγματα, όπως το κρέας, τα λίπη, οι χοροί και οι διασκεδάσεις. Η συνηθισμένη ερώτηση: «τι προσπαθείς να στερηθείς τούτη τη Σαρακοστή;» συνοψίζει τέλεια την αρνητική προσέγγιση της Σαρακοστής. Σαν Θετική προσέγγιση, θεωρείται η αντίληψη ότι η Σαρακοστή είναι ο καιρός για την πραγματοποίηση της ετήσιας «υποχρέωσης» της Εξομολόγησης και της θείας Κοινωνίας («... και όχι αργότερα από την Κυριακή των Βαΐων...» έγραφε ένα φυλλαδιάκι μιας ενορίας). Και αφού εκπληρωθεί αυτή η υποχρέωση τότε το υπόλοιπο της Σαρακοστής φαίνεται να χάνει όλα τα θετικά νοήματα.
Έτσι είναι φανερό ότι έχει αναπτυχτεί μια, μάλλον βαθιά, διαφωνία ανάμεσα στο πνεύμα ή τη «θεωρία» της Σαρακοστής, που προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε με βάση τη λατρεία, και στην κοινή και συνηθισμένη αντίληψη που επικρατεί και υποστηρίζεται όχι μόνο από τους λαϊκούς αλλά ακόμα και από τους ίδιους τους κληρικούς. Γιατί είναι πάντοτε πολύ πιο εύκολο να περιορίσεις κάτι πνευματικό μέσα σε κάτι τυπικό παρά ν' αναζητήσεις το πνευματικό μέσα στο τυπικό. Μπορούμε να πούμε, χωρίς καμιά υπερβολή, ότι αν και η Μεγάλη Σαρακοστή «τηρείται" ακόμα, όμως έχει χάσει την επίδρασή της στη ζωή μας, σταμάτησε να είναι το λουτρό της μετανοίας και της ανανέωσης που είχε σαν σκοπό της, σύμφωνα με τη λειτουργική καί πνευματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Αλλά τότε, μπορούμε άραγε να ξαναβρούμε και να ξανακάνουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή μια πνευματική δύναμη για την καθημερινή πραγματικότητα της ύπαρξής μας; Η απάντηση σ' αυτή την ερώτηση εξαρτάται πρώτα πρώτα - θα έλεγα και μοναδικά - από το αν επιθυμούμε να πάρουμε στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή ή όχι. Όσο και αν είναι νέες ή διαφορετικές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούμε σήμερα, όσο και αν είναι πραγματικές οι δυσκολίες και τα εμπόδια που υψώνονται από το σύγχρονο κόσμο μας, τίποτε απ' αυτό δεν αποτελεί αμετάκλητο εμπόδιο, τίποτε δεν κάνει τη Μεγάλη Σαρακοστή «αδύνατη».
Η πραγματική αιτία για την οποία βαθμιαία χάνουμε την επίδραση της Σαρακοστής στη ζωή μας βρίσκεται βαθύτερα. Είναι η δική μας συνειδητή ή ασυνείδητη μείωση της θρησκείας σε ένα επιπόλαιο τυπικισμό και συμβολισμό, πράγμα που αποτελεί ακριβώς το ξεστράτισμα και μετριάζει τη σοβαρότητα των απαιτήσεων της θρησκείας από τη ζωή μας, την αίτηση για δέσμευση και προσπάθεια.
Αυτή η μείωση, θα πρέπει να προσθέσουμε, είναι, κατά κάποιο τρόπο, ιδιόμορφη στην Ορθοδοξία. Οι χριστιανοί της Δύσης, Καθολικοί ή Προτεστάντες, όταν αντιμετωπίζουν αυτό που εκείνοι θεωρούν «αδύνατον» αλλάζουν την ίδια τη θρησκεία, τήν «προσαρμόζουν» στις νέες συνθήκες έτσι ώστε να την κάνουν «εφαρμόσιμη». Πρόσφατα, λόγου χάρη, είδαμε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία πρώτα να ελαττώνει τη νηστεία στο κατώτατο όριο και ύστερα να την ξεφορτώνεται τελείως. Με σωστή και δικαιολογημένη αγανάκτηση, καταγγέλουμε μια τέτοια «προσαρμογή» σαν προδοσία της χριστιανικής παράδοσης και σαν περιοσμό στο ελάχιστο της χριστιανικής πίστης. Και πραγματικά, η αλήθεια και η δόξα της Ορθοδοξίας είναι ότι δεν «προσαρμοζεται» και δεν συμβιβάζεται με τις χαμηλότερες επιδιώξεις και δεν κάνει το Χριστιανισμό «εύκολο». Αυτό είναι η δόξα για την Ορθοδοξία αλλά φυσικά, όχι για μας, τους ορθόδοξους. Δεν είναι σήμερα, ούτε και χθές, αλλά πολύ παλιότερα που βρήκαμε ένα τρόπο να συμφιλιώνουμε τις απόλυτες απαιτήσεις της Εκκλησίας με την ανθρώπινη αδυναμία μας• και αυτό δεν γίνεται μόνο με «απώλεια του προσώπου» αλλά και με πρόσθετες αφορμές για αυτοδικαίωση και ήσυχη συνείδηση. Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι η εκπλήρωση αυτών των απαιτήσεων συμβατικά, και ο συμβολικός τυπικισμός που διαποτίζει σήμερα όλη τη θρησκευτική μας ζωή. Έτσι, λόγου χάρη, δε θα σκεπτόμασταν ποτέ να αναθεωρήσουμε τη Λειτουργία μας καί τους μοναστικούς κανονισμούς της - Θεός φυλάξοι! - θα συνεχίζαμε όμως να ονομάζουμε την ακολουθία της μιας ώρας «ολονύκτια αγρυπνία» και υπερήφανα θα εξηγούσαμε ότι αυτή είναι η ίδια ακολουθία που έκαναν οι μοναχοί στη Λαύρα του Αγίου Σάββα τον 9ο αιώνα! Σε σχέση με τη Μεγ. Σαρακοστή, αντί να κάνουμε ουσιαστικές ερωτήσεις -«τι είναι νηστεία; ή «τι είναι Σαρακοστή»;- εμείς ικανοποιούμαστε με τα σύμβολά της. Στα εκκλησιαστικά περιοδικά και φυλλάδια εμφανίζονται συνταγές για «ένα υπέροχο νηστήσιμο πιάτο»! Μπορεί ακόμα η ενορία και να συγκεντρώσει μερικά πάρα πάνω χρήματα οργανώνοντας ένα καλοδιαφημισμένο «σαρακοστιανό γεύμα». Είναι τόσα πολλά εκείνα που στις εκκλησίες μας εξηγούνται συμβολικά σαν ενδιαφέροντα, πολύχρωμα και διασκεδαστικά έθιμα και παραδόσεις, σαν κάτι δηλαδή που μας δένει όχι τόσο πολύ με το Θεό και με μια νέα ζωή «εν Αυτώ», όσο με το παρελθόν και τις συνήθειες των προγόνων μας, ώστε γίνεται όλο και περισσότερο δύσκολο να διακρίνουμε πίσω απ' αυτά τα λαϊκά έθιμα τη σοβαρότητα της θρησκείας σε όλη της την έκταση.
Θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει τίποτε το άσχημο στα διάφορα έθιμα. Όταν αυτά πρωτοεμφανίστηκαν ήταν τα μέσα με τα οποία η κοινωνία μπορούσε να δείξει ότι έπαιρνε στα σοβαρά τή θρησκεία. Τότε τα έθιμα δεν ήταν σύμβολα, αλλά η ίδια η ζωή. Αυτό που συνέβηκε πάντως ήταν το ότι καθώς άλλαξε η ζωή και έπαψε λίγο λίγο η θρησκεία να τη διαμορφώνει στην ολότητά της, λίγα από τα έθιμα διασώθηκαν σαν σύμβολα ενός τρόπου ζωής που δεν υπήρχε πια. Και αυτό που διασώθηκε ήταν εκείνο που, αφ' ενός είναι έντονα ζωντανό και αφ' ετέρου είναι λιγότερο δύσκολο. Ο πνευματικός κίνδυνος εδώ είναι ότι σιγά σιγά αρχίζει κανείς να καταλαβαίνει τη θρησκεία σαν ένα σύστημα από σύμβολα και έθιμα μάλλον παρά να ερμηνεύει όλα αυτά σαν μια πρόκληση για πνευματική ανανέωση καί προσπάθεια.
Μεγαλύτερη είναι η προσπάθεια που γίνεται για να προετοιμάζονται νηστήσιμα φαγητα ή για το πασχαλινό τραπέζι, παρά για τη νηστεία και τη συμμετοχή στήν πνευματική πραγματικότητα του Πάσχα. Αυτό σημαίνει ότι, όσο τα έθιμα και οι παραδόσεις δε συνδεθούν και πάλι με τη γενική θρησκευτική αντίληψη από την οποία προέρχονται, όσο δηλαδή δεν παίρνουμε στα σοβαρά τα σύμβολα, η Εκκλησία θα παραμένει χωρισμένη από τη ζωή και δεν θα την επηρεάζει καθόλου. Αντί να παριστάνουμε με σύμβολα την «πλούσια κληρονομιά» μας καιρός είναι ν' αρχίσουμε να την ενσωματώνουμε στην καθημερινή ζωή μας.
Το να πάρουμε λοιπόν στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή σημαίνει ότι θα τη θεωρούμε, πρώτα απ' όλα με την πιο βαθιά έννοια, μια πνευματική πρόκληση που απαιτεί αντίδραση, απόφαση, πρόγραμμα και συνεχή προσπάθεια. Kαι ακριβώς για το λόγο αύτό, όπως ξέρουμε, θεσπίστηκαν από την Εκκλησία οι εβδομάδες προετοιμασίας για τη Μεγάλη Σαρακοστή. Η περίοδος αυτή είναι καιρός για δράση, για απόφαση, για προγραμματισμό. Και ο καλύτερος και ευκολότερος τρόπος είναι ν' ακολουθήσουμε την καθοδήγηση της Εκκλησίας που είναι η με- λέτη και ο στοχασμός πάνω στα πέντε ευαγγελικά θέματα που μας προσφέρονται τις πέντε Κυριακές της περιόδου πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή. Τα θέματα αυτά είναι: η διακαής επιθυμία (Ζακχαίος), η ταπείνωση (Τελώνης και φαρισαίος), επιστροφή από την εξορία (Άσωτος), η κρίση (Κυριακή της Απόκρεω) και η συγχωρητικότητα (Κυριακή της Τυροφάγου). Αυτές οι ευαγγελικές περικοπές δεν διαβάζονται μόνο και μόνο για ν' ακουστούν στην Εκκλησία• σκοπός είναι να τις «πάρω μαζί μου στο σπίτι» και να στοχαστώ πάνω σ' αυτές σχετίζοντάς τις μαλιστα με τη ζωή μου, την οικογενειακή μου κατάσταση, τις επαγγελματικές ύποχρεώσεις μου, το ενδιαφέρον μου για τα υλικά πράγματα, τις σχέσεις μου με τους συγκεκριμένους ανθρώπους με τους οποίους ζω. Αν σ' αυτή την προσπάθεια περισυλλογής προσθέσει κανείς και την προσευχή αυτής της περιόδου: «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλαις ζωοδότα...» και τον ψαλμό 136 «επί των ποταμών της Βαβυλώνος εκεί εκαθήσαμεν...» μπορεί να καταλάβουμε τι σημαίνει να «νιώθεις ότι είσαι με την Εκκλησία», και πώς μπορεί μια λειτουργική περίοδος να χρωματίσει τη καθημερινή ζωή. Επίσης είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να διαβάσει κανείς κάποιο θρησκευτικό βιβλίο. Ο σκοπός δε αυτού του διαβάσματος δεν είναι μόνο ν' αυξήσουμε τις θρησκευτικές γνώσεις μας• είναι βασικά να καθαρίσουμε το μυαλό μας απ' όλα όσα συνήθως το πλημμυρίζουν. Είναι πραγματικά απίστευτο πόσο στο μυαλό μας συνωστίζονται όλων των ειδών οι έννοιες, τα ενδιαφέροντα, οι αγωνίες και οι εντυπώσεις και πόσο ελάχιστο έλεγχο ασκούμε πάνω σ' όλα αυτά. Διαβάζοντας ένα θρησκευτικό βιβλίο συγκεντρώνουμε την προσοχή μας σε κάτι εντελώς διαφορετικό από το συνηθισμένο περιεχόμενο των σκέψεών μας• δημιουργείται έτσι μια άλλη διανοητική και πνευματική ατμόσφαιρα. Όλα αυτά, φυσικά, δεν είναι «συνταγές» ίσως να υπάρχουν άλλοι τρόποι για να προετοιμαστεί κανείς για τη Σαρακοστή. Το βασικό σημείο είναι ότι, στη διάρκεια αυτής της περιόδου βλέπουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή σαν να βρίσκεται σε κάποια απόσταση, σαν κάτι δηλαδή που ακόμα έρχεται και που μας το στέλνει ο ίδιος ο Θεός σαν ευκαιρία για αλλαγή, για ανανέωση, για εμβάθυνση, και ότι παίρνουμε αυτή την επερχόμενη ευκαιρία πολύ στα σοβαρά. Έτσι, όταν την Κυριακή της Συγγνώμης αφήνουμε το σπίτι μας και πάμε στον Εσπερινό, μπορεί να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε δικά μας - έστω και για λίγο - τα λόγια από το Μεγάλο Προκείμενο που ανοίγει τη Μεγάλη Σαρακοστή.
Mη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι...




Alexander Schmemann
Η Μεγάλη Σαρακοστή στη ζωή μας
Από το βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή. Πορεία προς το Πάσχα» Μετάφραση: Ελένη Γκανούρη. Αθήνα 1999, ζ' έκδοση
Εκδόσεις Ακρίτας


Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

ΕΦ' ΟΣΟΝ ΟΥΚ ΕΠΟΙΗΣΑΤΕ

Ήμουν πεινασμένος
κι εσείς ιδρύσατε ένα σύλλογο
με ανθρωπιστικούς σκοπούς,
όπου συζητούσατε για την πείνα μου.

Ήμουν στη φυλακή
και σεις τρέχατε στην εκκλησία,
για να προσευχηθείτε
για την απελευθέρωσή μου.

Ήμουν γυμνός
κι εσείς συζητούσατε σοβαρά
για τις ηθικές συνέπειες
της γύμνιας μου.

Ήμουν άρρωστος
κι εσείς γονατίζατε
για να ευχαριστήσετε το θεό
που σας έδωσε υγεία.

Ήμουν άστεγος
κι εσείς μου κάνατε κήρυγμα
για τον πλούτο
της αγάπης του Θεού.

Φαίνεται πως είστε
τόσο ευσεβείς, τόσο κοντά στο Θεό.
Όμως εγώ πεινώ, είμαι πάντα μόνος,
γυμνός και άρρωστος
φυλακισμένος και άστεγος

Κλάους Μπενγκ

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ



ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΥ




Πολλοί, μελετώντας και αναλύοντας τη σημερινή μεταμοντέρνα εποχή μας και προσπαθώντας να την προσδιορίσουν, χρησιμοποιούν χαρακτηρισμούς και ονόματα όπως καταναλω­τική, ατομοκεντρική, σκληρή, ανάλγητη και άλλους παρόμοιους επιθετικούς προσδιορισμούς.
Ακόμη προσθέτομε ένα ακόμη κύριο γνώρισμα αυτής της μετανεωτερικής εποχής, γνώρισμα χαρακτηριστικό, που αφορά τις σχέσεις ανθρώπου, συνανθρώπου. Είναι αφιλάνθρωπη και αφιλόξενη μια και η επικοινωνία, η αλληλεγγύη, η κοινωνία αγάπης μεταξύ των ανθρώπων αντι­μετωπίζουν πλέον μεγάλη κρίση.
Το φαινόμενο αυτό, τραγικό για την τέως πλέον ορθόδοξη ελληνική κοινωνία, εξηγεί τη ρήξη του κοινωνικού ιστού, που προηγήθηκε στην παραδοσιακή κοινότητα. Οι συνέπειες της ρήξης εμφανίζονται στο πανθομολογούμενο άγχος, στις φοβίες, στη μο­ναξιά στην αβεβαιότητα του σημερινού ανθρώπου.
Αδελφοί μου!
Πλησιάζοντας στη Μ. Τεσσαρακοστή, ακούμε, κάθε χρόνο αυτές τις μέρες την ευαγγελική περικο­πή της τελικής κρίσης. Κάθε χρόνο, αυτή η Κυριακή, η Κυριακή των Απόκρεω έρχεται σαν δίστομο μαχαίρι να διαρρήξει στη καρδιά μας την αυταρέσκεια, την αυτοϊκανοποίηση, τη πεποίθηση πως είμαστε κατά κάποιο τρόπο εντάξει με τον εαυτό μας και βέβαια με το Θεό. Έρχεται να μας υπενθυμίσει τις εσφαλμένες σχέσεις μας και τη διακοπή της επικοινωνίας του ενός με τον άλλον. Μας λέει ότι έχουμε διαγράψει από την καρδιά μας το «εμείς» και στην κενή πλέον αυτή θέση εγκαταστήσαμε το «εγώ».
Δεν υπάρ­χει άλλη ευαγγελική περικοπή πού να μπορεί να μας μεταδώσει ένα τόσο ζωτικής σημασίας μήνυ­μα: το ότι, δηλαδή, από κοινωνία προσώπων καταντήσαμε κοινωνία ατόμων, αν βέβαια μπορεί να χαρακτηριστεί σαν κοινωνία ο ατομοκεντρισμός και η απομόνωση. Δεν μπορούμε να συγκροτήσουμε κοινωνία, δεν μπορούμε πολύ περισσότερο να είμαστε χριστιανοί, κλεισμένοι στο καβούκι μας και αποκομμένοι απ’ το συνάνθρωπό μας.
Και αυτή η περικοπή τούτο θέλει να μας δείξει καθώς μας τοποθετεί στο τέλος της ιστορίας και φανε­ρώνοντας μας τη στιγμή που ο Χριστός θα έρθει πάλι «κρίναι ζώντας και νεκρούς».
Ακούσαμε λοιπόν σήμερα τις τελευταίες ώρες του κόσμου μας· το τέλος των πάντων. Ο Χριστός, μας δίνει μία εικόνα: μας λέει πως θα συγκεντρω­θούν όλοι οι άνθρωποι μπροστά του, τότε που θα έρθει για να κρίνει τον κόσμο. Απ' όσα ακούσαμε βγαίνει ένα συμπέρασμα: Όλοι θα κριθούμε απ' τη συμπεριφορά μας και τις σχέσεις μας με τους άλλους. Μάλιστα και είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό, δε μίλησε σε τρίτο πρόσωπο, δεν είπε: «Θα κοιτάξω να δω αν χορτάσατε τους πεινασμένους, αν ποτίσατε τους διψασμένους, αν ντύσατε τους γυμνούς. Μίλησε σε πρώτο πρόσωπο. Είπε στους μεν ότι: «Θα πάτε στον Παράδεισο, γιατί εγώ πείνασα και μου δώσατε να φάω, εγώ δίψασα και με ποτίσατε, εγώ ήμουν ξένος και με συμμαζέ­ψατε , εγώ ήμουν στη φυλακή, εγώ ήμουν άρρωστος και ήρθατε να με δείτε... εγώ ό ίδιος». Με τα ίδια λόγια αναφέρεται και σ’ αυτούς που δε θα τους κρατήσει κοντά Του: «Σε μένα δε δώσατε να φάω, σε μένα δε δώσατε νερό, σε μένα δε δώσατε ρούχα όταν ήμουνα γυμνός. Έμενα, που ήμουν φυλακή και άρρωστος, δεν ήρθατε να δείτε». Και επεξηγώντας την απορία και των μεν και των δε όταν το ρωτούν - δίκαιοι και αμαρτωλοί: «Και πότε εμείς σε είδαμε και σου συμπεριφερθήκαμε έτσι;», εκείνος διευκρινίζει: «Μα δεί­ξατε τέτοια συμπεριφορά στον κάθε άσημο αδελφό μου, τον αδελφό σας και συνάνθρωπό σας! Είναι ένα και το αυτό!
…Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται ξεκάθαρα. Όμως υπάρχει και μια άλλη πτυχή τού θέματος, πού ίσως καθόλου μα καθόλου δεν πάει ο νους μας.
Πόσο συχνά φέρνουμε το Ευαγγέλιο, την αγγελία του Χριστού, πόσο συχνά μιλάμε για το Χριστό, σε τόπους όπου δεν υπάρ­χει Χριστός; Πόσο συχνά κηρύττουμε εκεί όπου δεν υπάρχει γόνιμο έδαφος για μία ανταπόκριση; Αυτό πού κάνουμε είναι να κηρύττουμε στους ήδη γνώστες του Θεού κι όχι σ' εκείνους με τους οποίους ο Θεός ζητά να γνωριστεί. Και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, επειδή ακριβώς προσφέρουμε τα πλούτη τού Ευαγγελίου σε όσους είναι ήδη καλοθρεμμένοι, επειδή προσφέρουμε το ποτήρι τής σωτηρίας σε όσους ήδη ξεδιψούν απ' αυτό, επειδή παρέχουμε καταφυγή και συντροφιά σε όσους ήδη ανήκουν, αρκετά συνειδητά, στην οικογένεια τού Θεού -γι' αυτόν ακριβώς το λόγο είναι που κινδυνεύουμε να δούμε τον εαυτό μας τοποθετημένο «εξ ευωνύμων» τού Χριστού.
'Αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι απέναντι στην αγάπη τού Θεού για τον άνθρωπο και τον κόσμο Του, πρέπει να ξεχυθούμε στο κενό, στο ψύχος τής απουσίας τού Θεού και να φέρουμε εκεί το Ευαγγέλιο τού Χριστού, μακριά από τά όρια των δικών μας κοινοτήτων.
Κι έως ότου βάλουμε αρχή, θα επικρέμεται πάνω από τα κεφάλια η κρίση τής σημερινής περικοπής. Έως ότου βάλουμε αρχή, δεν θα έχουμε καν ξεκι­νήσει να δίνουμε σάρκα στην αγάπη τού Θεού… ( Τις σκέψεις αυτές αναφέρει στο βιβλίο του «Φως Χριστού», για την Κυριακή της Τελικής Κρίσης, ο π. Βασίλειος Όσμπορν, επίσκοπος Σεργκίεβο).
Αδελφοί μου!
Αναφερθήκαμε στην αρχή, στη μεγάλη κρίση που αντιμετωπίζει η κοινωνίας μας. Κρίση που αφορά τις σχέσεις των ανθρώπων, κρίση επικοινωνίας, κρίση αγάπης.
Τα λόγια του Χριστού που θα ακούσουμε στην Τελική Κρίση κατανο­ούνται σήμερα σαν απαίτηση για κοινωνική ευαισθη­σία και αλληλεγγύη, σαν άνοιγμα προς το συνάνθρωπο, σαν ρήξη του ατομισμού και επαναφορά μας στην κοινωνία προσώπων. Η κοινωνική πρόνοια και η αλληλεγγύη θεωρούνται πράγματα αυτονόητα. Ψωμί. νερό. ρούχα δεν επιτρέπεται ανά λείπουν από κανέναν. Λίγοι όμως το συνδέουν αυτό με τη δική τους προσωπική ευθύνη κι ευαι­σθησία. Οι περισσότεροι το αφήνουμε στα χέ­ρια τού κράτους, της κοινωνίας, της Εκκλη­σίας, στα χέρια συλλόγων και φιλανθρωπικών οργανώσεων. Δύσκολα κατανοούμε την απόστα­ση πού χωρίζει αυτό πού όλοι θεωρούμε αυτονόητο να κάνουμε από αυτό πού πράγ­ματι κάνουμε. Είμαστε ανυποψίαστοι και αισθανόμαστε αθώοι. Γι' αυτό και θα πούμε την ήμερα της Κρίσεως στο Χριστό: «Πότε σε είδαμε να έχεις ανάγκη και δεν σε υπηρετήσαμε;»
Γι’ αυτό αδελφοί μου!
Η συμπεριφορά μας αυτή τη μέρα της Κρίσεως θα μας βάλει προ μεγάλων εκπλήξεων. Για να μη συμβεί αυτό, όχι μόνο δεν πρέπει να περι­μένουμε να μας χτυπήσουν την πόρτα, αλλά, αντίθετα, έχουμε υποχρέωση, εμείς οι ίδιοι ν’ ανοίξουμε τη πόρτα, να βγούμε έξω απ’ το ερμητικά κλεισμένο σπίτι μας, να ψάξουμε εμείς και να βρούμε αυτούς που επρόκειτο να μας χτυπήσουν τη πόρτα πριν καν χρειαστεί να ρθουν και να μας βρουν.. Και αν ακόμη τα δάκρυα τους δε φαίνονται, έχουμε εμείς υποχρέωση να τα ανακαλύψουμε και με πολ­λή προσοχή και διακριτικότητα να σταθούμε δίπλα τους.
Αν δε σηκώσουμε το σταυρό μας για να κα­λύψουμε την απόσταση πού χωρίζει αυτό που θέλουμε από αυτό που μπορούμε να κάνου­με, ποτέ δε θα μπορέσουμε να δούμε το Χρι­στό στα πρόσωπα των αδελφών μας.
Αγαπητοί αδελφοί, όπως είπαμε, ολό­κληρο το Τριώδιο, ολόκληρη η Σαρακοστή είναι αφιερωμένη στο Πάθος του Χρίστου, στη γιορτή του Σταύρου του Χρίστου. Βρι­σκόμαστε ήδη στην προετοιμασία. Με την αρχή της νηστείας σε λίγες μέρες, θα μυούμε στο κύριο μέρος της Σαρακοστής. Και θα τελειώσου­με με την αποκορύφωση της Μεγάλης Εβδομάδας. Είθε ό Θεός, και μ' αυτή την ευκαιρία, της φετινής Σαρακοστής, να δώσει και σε μας τη χάρη του, για να καταλάβου­με κάτι απ' το μυστήριο του αδελφού μας, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε και το μυστήριο του Πάθους και του Σταυρού.