Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

ΩΣΑΝΑ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΩΘΗΤΩ

Περάσαμε και εφέτος, μέσα από το αγωνιστικό στάδιο της Μ. Τεσσαρακοστής. Διήλθαμε την ανακαινιστική οδό της μετανοίας. Κολυμβήσαμε στο πέλαγος της νηστείας. Την ψυχωφελή πληρώσαμε Τεσσαρακοστή. Και σήμερα Κυριακή των Βαΐων, αναφωνούντες κι εμείς το «Ωσανά, ευλογημένος, ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» μετά Βαΐων και κλάδων, εισερχόμεθα στην Αγία και Μ. Εβδομάδα.
Προχωράμε στην κορύφωση του μεγίστου των Μυστηρίων. Της αφάτου δι’ ημάς Θείας οικονομίας. Στο μεγαλείο του Σταυρού, στο θαύμα του ζωογόνου Τάφου, στο θρίαμβο της Αναστάσεως. Η Αγία και Μ. Εβδομάδα διανοίγεται και πάλι μπροστά μας. Το αποκορύφωμα και το επιστέγασμα της πνευματικής πορείας που ξεκινήσαμε την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και που όλες αυτές τις ημέρες, έχοντας σ’ αυτήν στραμμένο το βλέμμα μας, με πόθο ιερό και καρδιά γεμάτη κατάνυξη αναφωνούσαμε: «παράσχου και ημίν αγαθέ τον αγώνα τον καλόν αγωνίσασθαι, τον δρόμον της νηστείας εκτελέσαι, την πίτην αδιαίρετον τηρήσαι τας κεφαλάς των αοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητάς τε της αμαρτίας αναφανήναι ώστε ακατακρίτως φθάσαι προσκυνήσαι και την αγίαν Ανάστασιν»
«Γιατί όμως την ονομάζουμε μεγάλη, μας λέγει ο ι. Χρυσόστομος; Επειδή κάποια μεγάλα και απόρρητα τυχαίνει να υπάρξουν, για μας, μέσα σ’ αυτήν, αγαθά. Επειδή μεγάλα σε μας έγιναν κατ’ αυτήν απ’ το Δεσπότη κατορθώματα. Και λοιπόν μέσα σ’ αυτήν την εβδομάδα την Μεγάλη, η χρόνια του διαβόλου καταλύθηκε τυραννία. Ο θάνατος σβήστηκε. Ο ισχυρός δέθηκε. Τα σκεύη του (τα όργανα και οι πλεκτάνες του) διαρπάγησαν. Η αμαρτία αναιρέθηκε. Η κατάρα καταλύθηκε. Ο Παράδεισος ανοίχτηκε. Ο ουρανός προσπελάσιμος έγινε. Οι άνθρωποι με τους αγγέλους αναμείχτηκαν. Το μεσότοιχο του φραγμού σηκώθηκε. Ο της ειρήνης Θεός, ειρήνη έβαλε ανάμεσα στον ουρανό και τη γη. Για τούτο Μεγάλη ονομάζεται εβδομάδα».
Είναι λοιπόν Μεγάλη η εβδομάδα στην οποία προχωρούμε, όχι για τις μέρες της, ούτε για τις ώρες της. Σε τίποτε τέτοιο δεν διαφέρει από τις άλλες, μα και σε τίποτε δεν μοιάζει με όλες τις άλλες. Είναι μεγάλη γιατί μέσα σ’ αυτήν συγκαιφαλαιούται το θαύμα του Χριστιανισμού, τελεσιουργείται και τελειώνεται το μέγα και μοναδικό Μυστήριο της Θείας συγκαταβάσεως, κορυφώνεται η δόξα της Ορθοδοξίας. Είναι μεγάλη γιατί ο ίδιος ο Θεός, για χάρη δική μας οδηγείται στα άγια και σωτήρια και φρικτά πάθη. «Τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην. Και προ πάντων τον σταυρόν και τον θάνατον». Είναι μεγάλη γιατί…μεγάλη και η δική μας υποκρισία, ο εγωισμός, η αγνωμοσύνη, η κακία. Σήμερα με ενθουσιασμό φωνάζουμε «Ωσαννά», αύριο αλλόφρονες θα κραυγάζουμε «Σταυρωθήτω».
Θριαμβευτική και μεγαλόπρεπος η είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα. Πλήθη αναρίθμητα συγκεντρώθηκαν για να ζητωκραυγάσουν τον Κύριο της ζωής και του θανάτου. Τον ανακαινιστή του κόσμου, τον αναμορφωτή της ζωής, τον αναμενόμενο Μεσσία. Τέτοια ήταν η υποδοχή ώστε, «Εισελθόντος αυτού εις Ιεροσόλυμα εσείσθη πάσα η πόλις».Αυτός προχωρεί. Εισέρχεται στη αγία πόλη. Την πόλη την φονεύσασα τους προφήτας, την πόλη που έσβηνε κάθε φωνή που ήταν ελεγκτική γι’ αυτήν. Εισέρχεται «καθήμενος επί πώλον όνου»,γνωρίζοντας ότι στην κορυφή του Γολγοθά τον περιμένει ο Σταυρός. Γνωρίζοντας ότι όλος αυτός ο κόσμος, όλος αυτός ο ενθουσιασμός , αμέσως μετά άρδην θα μετατραπούν. Το μίσος, ο φθόνος, ο φανατισμός, η εκδίκηση, θα μεταβάλουν το «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», σε «Άρον άρον σταύρωσον Αυτόν».
Αλλά, η ιστορία αυτή είναι τόσο παλιά, μα και τόσο καινούρια. Ο Χριστός σταυρώθηκε μεν πριν 2000 χρόνια, αλλά έκτοτε συνεχίζει καθημερινά να ξανασταυρώνεται. Το «Ωσαννά» και το «Σταυρωθήτω», στο πρόσωπο του Χριστού είναι δυο αλληλένδετες έννοιες που ποτέ δεν ξεχώρισαν, ποτέ δεν έπαψαν να συνοδεύουν το Χριστό, και παράλληλα να είναι η πτώση και η ανάσταση η δική μας. Ακούει και σήμερα ο Χριστός το «Σταυρωθήτω», από πολλούς και διαφόρους «Χριστοκάπηλους». Από αυτούς που το ευαγγέλιο στέκεται εμπόδιο στα άνομα σχέδια τους. Από αυτούς που βάζουν μέσα σε καλούπια τη διδασκαλία Του, που τον χρησιμοποιούν σύμφωνα με τα συμφέροντα τους, και τον εκμεταλλεύονται για τις προσωπικές τους επιδιώξεις. Ακούει το «Σταυρωθείτω» από αυτούς που δεν διστάζουν να τον ανταλλάξουν με το χρυσό στην πρώτη ευκαιρία, από αυτούς που εύκολα τον ξεπουλάνε και τον αποστρέφονται μη τυχόν και διακινδυνεύσουν τον ευδαιμονισμό τους, κάτι δικό τους.
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, απ’ τους διώκτες της πίστεως, τους καταφρονητές της Εκκλησίας, τον υλισμό, τον ορθολογισμό την αθεΐα. Χιλιάδες οι στομφώδεις διαλέξεις, οι πομπώδεις στα τηλεοπτικά παράθυρα αμπελοφιλοσοφίες, ατέλειωτη η αμφισβήτηση από γνωστούς και μη εξαιρετέους αρνητές και Χριστομάχους Σε τόνους μετριέται η μελάνη που καθημερινά χύνεται, με στόχο μοναδικό να σπιλωθεί το όνομα Του, να υβριστεί η θεότητα Του, να συκοφαντηθεί και να γελοιοποιηθεί η εκκλησία Του. Δηλητήριο δραστικότατο, περιτυλιγμένο με το χρυσόχαρτο, άλλοτε της ελευθερίας, άλλοτε της δημοκρατίας, άλλοτε της τέχνης, που προσπαθεί να δηλητηριάσει τις ψυχές και να κρημνίσει την πίστη. Ξανασταυρώνεται ο Χριστός απ’ την θολοκουλτούρα της εποχής, που εκτινάζει στο πρόσωπο Του τη λάσπη που έχει συσσωρεύσει μέσα της, τα αμαρτωλά της απωθημένα, τα βλαβερά και τοξικά κατάλοιπα του υποσυνείδητου της.
Μα ο Χριστός ξανασταυρώνεται και από μας τους ίδιους. «Ενώ ανήκουμε σ’ Αυτόν, γράφει ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλος, ανήκουμε και στον αντίδικο μας. Κάνουμε στη ζωή μας συμβιβασμούς ύποπτους και βλαβερούς, προδίνουμε το άγιο όνομα του, παραχωρούμε έδαφος στη ψυχή μας και το προσφέρουμε στο διάβολο. Η ασυνέπεια είναι καρφί στα πανάγια χέρια και πόδια του. Η έλλειψη αγωνιστικού φρονήματος είναι η προδοσία του Ιούδα. Η υποχώρηση μας μπροστά στο δέλεαρ της αμαρτίας είναι νέο ράπισμα στο πρόσωπο του. Η αδιαφορία μας για τη σωτηρία μας είναι κολαφισμός άγριος και βάναυσος επάνω του. Η περιφρόνηση προς την Εκκλησία του είναι εμπτυσμός στην όψη του. Η απομάκρυνση μας από τη σώζουσα χάρι των μυστηρίων της είναι χλεύη εμπρός του. Η άρνηση μας να πλησιάσουμε την ουσία της διδασκαλίας του και να επηρεασθούμε από αυτήν είναι ακάνθινος στέφανος πάνω στην κεφαλή του. Ο φανατισμός μας, που βλέπει τους άλλους ξένους και εχθρούς, είναι μαστίγωμα της ράχης του. Η αποκλειστικότητα της αγιότητος που την κρύβουμε μόνο για τους εαυτούς μας, κατακρίνοντας όλους τους άλλους, όπως ο Φαρισαίος της παραβολής, είναι η λόγχη που ένυξε την πλευρά του. Η επιμονή μας να προσαρμόζουμε την πίστη μας στις αξιώσεις του εαυτού μας είναι θράσος απέραντο. Όλα μαζί είναι ξανασταύρωμα του Χριστού, επανάληψη του μυστηρίου της ανομίας».(ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ. ΜΗΤΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ « ΤΟ ΘΕΙΟ ΠΑΘΟΣ»).
Δυο λοιπόν οι στάσεις ανέκαθεν απέναντι στο πρόσωπο του Ιησού. Η πρώτη εκδηλώνεται με την ανείπωτη χαρά της συνάντησης μαζί Του. Εκφράζεται με τις επευφημίες και τις ζητωκραυγές της ψυχής –το μυστικό προσωπικό μας «Ωσαννά»-, υπογράφεται με την ταύτιση μας μαζί Του. Είναι στάση θαυμασμού, ευγνωμοσύνης, αγάπης, αφοσίωσης σ’ Αυτόν. Η δεύτερη, είναι στάση αποστροφής, προδοσίας, εχθρότητας, εγωπάθειας, κακεντρέχειας, υπερφίαλης και προβληματικής προσωπικότητας. Είναι η στάση του «Σταυρωθήτω»,ανά τους αιώνας.
Σήμερα λοιπόν, ο Ιησούς μπαίνει θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Μπαίνει και εκούσια, προχωρεί στο πάθος, στο Σταυρό, στον τάφο. Ακούει το «Ωσαννά» και γνωρίζει ότι θα ακούσει αμέσως μετά το «Σταυρωθήτω». Μαζί του προχωράμε κι εμείς. Ποια όμως η στάση μας απέναντι του; Με ποιους θα ταυτιστούμε και τι θα φωνάξουμε; Πόσοι από μας θα καταφέρουμε να βροντοφωνάξουμε μέσα απ΄ ην καρδιά μας το «Χριστός Ανέστη», την επόμενη Κυριακή και να νιώσουμε το πραγματικό νόημα αυτών των λέξεων;
Γι αυτό μας λέει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: «Αδελφοί και πατέρες, πλησιάζει, η ημέρα του Πάσχα , αφού συν Θεώ περάσαμε την νηστεία. Αλλά γιατί βιαζόμαστε να φτάσουμε στο Πάσχα, αυτό που έρχεται και φεύγει; Δεν το γιορτάσαμε αυτό πολλά χρόνια; Και το Πάσχα λοιπόν αυτό θα περάσει. Διότι δεν υπάρχει τίποτα το μόνιμο σ’ αυτόν τον αιώνα. «Οι ημέρες μας φεύγουν σαν τη σκιά»(Ψαλμ. ρμγ΄.4), και ο βίος μας πορεύεται όπως ο καβαλάρης ταχυδρόμος, ώσπου να μας φέρει στο τέλος της ζωής. Τι λοιπόν δεν είναι επιθυμητό το Πάσχα; Είναι επιθυμητό και μάλιστα πολύ. Πώς θα μπορούσε να πει κανείς όχι; Αλλά το Πάσχα που επιτελείται κάθε μέρα. Και τι είναι αυτό; Είναι ο καθαρισμός των αμαρτιών, η συντριβή της καρδιάς, το δάκρυ της κατανύξεως, η καθαρή συνείδηση, η νέκρωση των μελών που είναι στη γη, της πορνείας, ακαθαρσίας, πάθους, κακής επιθυμίας (Κολ. Γ΄.5), ίσως και κάποιας άλλης πονηρίας που παρατηρείται. Διότι όποιος καταξιώνεται να ζει αυτά, όχι μόνο μια φορά το χρόνο, αλλά για να πω έτσι, κάνει Πάσχα, κάθε μέρα, και γιορτή πολυπόθητη. Και όποιος δεν έχει τα όσα είπαμε πριν, αλλά τον κρατούν τα πάθη, αυτός δεν μπορεί να γιορτάζει. Διότι πως μπορεί να γιορτάζει αυτός που έχει Θεό την κοιλιά; Και πως αυτός που φλέγεται από σαρκική επιθυμία; Πως αυτός που λιώνει από φθόνο; Πως αυτός που βυθίζεται στη φιλαργυρία; Πως αυτός που υποδουλώνεται στην κενοδοξία; Πως αυτός που οδηγείται από όλα τα άλλα, πάθη; …Διότι δεν μπορεί να φωτίζεται αυτός που είναι στο σκοτάδι, αυτός που ταλαιπωρείται από τις αμαρτίες να γιορτάζει…».
Γι’ αυτό λοιπόν τη μοναδική αυτή νύχτα της Αναστάσεως, ας μην έλθουμε σαν απλοί πανηγυριστές. Έτσι …για το καλό, έτσι γιατί το βρήκαμε. Ας μην περιορίσουμε το Χριστιανισμό μας σε 10 λεπτά οχλοβοής, σπρωξίματος, επίδειξης, τυπικών ευχών και μετά… «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού…».
Ας μην φωνάξουμε με τον τρόπο μας για μια ακόμη φορά το «Σταυρωθήτω».Αλλά να έρθουμε με την βεβαιότητα ότι: «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος…»
Καλη Ανάσταση

Κυριακή, 13 Απριλίου 2008

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ ΣΤΗ Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Αν, αγαπητοί Χριστιανοί, ο «Άσωτος», όπως τον γνωρίζουμε μέσα από την ομώνυμη παραβολή, είναι για μας, κατά τις πρώτες ημέρες του Τριωδίου, η θεωρητική πλευρά της πορείας του ανθρώπου από την αμαρτία στη μετάνοια, από την αποδημία σε χώρους αγνώστους και την αποποίηση των Θεϊκών δωρεών, στην επιστροφή και την επανένταξη, σήμερα, Ε΄. Κυριακή των Νηστειών και στο τέλος της Μ. Τεσσαρακοστής, βλέπουμε όλη αυτή τη διαδικασία, τον κοπιώδη και ανηφορικό δρόμο του γυρισμού, να παίρνει σάρκα και οστά, να γίνεται πράξη, στο πρόσωπο στο οποίο η Εκκλησία μας αφιέρωσε την σημερινή Κυριακή. Την οσία Μαρία την Αιγυπτία.
«Η Μετάνοια στην πράξη».Ένας άλλος τίτλος λοιπόν που μπορούμε να αποδώσουμε στη σημερινή Κυριακή. Η μεταστροφή από μια ζωή βουτηγμένη κυριολεκτικά στο βόρβορο της αμαρτίας, από μια ψυχή που έζησε την πτώση στον έσχατο βαθμό, στη ζωή της αγιότητος, της ανοδικής στον ουρανό πορείας, της με το Θεό κοινωνίας, της ανείπωτης χαράς και αγαλλίασης στην αιώνια χαρά της Βασιλείας του Κυρίου μας.
Πλησιάζοντας λοιπόν στο τέλος της Μ. Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας, μας δίνει ένα γερό ταρακούνημα, «προς διέγερσιν των ραθύμων και αμαρτωλών εις μετάνοιαν».Θέλοντας να μας βοηθήσει να κορυφώσουμε τους αγώνες μας , φέρνει μπροστά μας ένα ζωντανό παράδειγμα μετανοίας και σωτηρίας. Όχι πια με παραβολές μα με πρόσωπα ζωντανά. Με μια θαυμαστή γυναικεία μορφή που ξεπέρασε τον ίδιο της τον εαυτό και μπόρεσε να προχωρήσει από το «παρά φύσιν» στο «υπέρ φύσιν».Η οσία Μαρία η Αιγυπτία από τον πλέον βρωμερό βούρκο της αμαρτίας, με μια ψυχή καταλεκιασμένη και καταπληγωμένη από τα πυρωμένα βέλη του πονηρού, αξιώθηκε με την ειλικρινή της μετάνοια και την υπεράνθρωπη άσκηση της, όχι μόνο να φτάσει τους μεγαλύτερους ασκητάς μα και να τους ξεπεράσει. Έγινε ανώτερη απ’ τους μάρτυρες, τους ομολογητές, κι αυτούς ακόμη τους θαυματουργούς αγίους. Έφθασε τα μέτρα της τελειότητος, όπως σημειώνει ο ι. υμνογράφος στο κοντάκιο της Αγίας.
Αγαπητοί Χριστιανοί.
Η ΑΜΑΡΤΙΑ
Το μεγαλύτερο πρόβλημα στη σχέση μας με το Θεό, είναι η αποστασία μας. Είναι η «αποδημία μας εις χώραν μακράν».Αυτό το βλέπουμε μεν θεωρητικά στο πρόσωπο του «Ασώτου»,μα το κατανοούμαι, γίνεται χειροπιαστό, στην κακώς αυτονομημένη αρχικά και αλλοτριωμένη ζωή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Και αυτή, όπως φυσικά και κάθε αμαρτωλός, απεδήμησε. Έφυγε μακράν του Θεού. «Όταν αμαρτάνουμε, μας λέγει ο ι. Χρυσόστομος, φεύγουμε από το Θεό, δραπετεύουμε, φεύγουμε σε ξένη χώρα…».
Απομακρυνόμενοι κάνουμε και το πρώτο βήμα της αποστασίας μας. Το δεύτερο βήμα είναι ο διασκορπισμός. Ο διασκορπισμός της «πατρικής ουσίας» στην παραβολή του «Ασώτου», το ξεπούλημα σώματος και ψυχής στην οσία Μαρία την Αιγυπτία. Τελικά «Στη χώρα της αμαρτίας η ζωή του ανθρώπου είναι ένας διασκορπισμός των θείων χαρισμάτων. Όλες οι Θείες δωρεές με τις οποίες προικίσθηκε από το Θεό ο άνθρωπος για να εργασθεί τη σωτηρία του, δαπανώνται ασώτως: Δηλαδή, δαπανώνται σε μια ζωή μακράν της σωτηρίας, μακράν του Σωτήρος Χριστού». (Ιερομ.Γρηγορίου. Η ΙΕΡΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ. Σελ.23).
Τα αποτελέσματα αυτής της ζωής φαίνονται καθαρά στο βίο της οσίας Μαρίας. Το πόσο μπορεί η αμαρτία να κυλήσει τον άνθρωπο και να τον οδηγήσει στην έσχατη πτώση, να τον στείλει με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή και την απώλεια, και μαζί μ’ αυτόν να γκρεμιστούν και άλλοι, χαράσσεται με έντονα και μελανά χρώματα σήμερα.
Το να απομακρυνθεί κανείς απ’ την μοναδική πηγή ζωής, το να αποκοπεί απ’ τις ρίζες του σημαίνει αποξήρανση. Σημαίνει σκοτάδι, σημαίνει χάος. Και είναι επόμενο αφού όπως σημειώνει ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «Τέτοιοι είναι εκείνοι που ζουν μέσα σε αμαρτίες. Όπως δηλαδή είναι οι νεκροί μέσα στο σκοτάδι, έτσι είναι κι αυτοί. Κι αν περιφέρουν αναρίθμητες λαμπάδες, κι αν κοιτάζουν προς τον ήλιο, κι αν γίνονται χαρούμενοι από τα φορέματα και την άλλη περιποίηση, δεν είναι καθόλου σε καλύτερη θέση από εκείνους που πέθαναν και βρίσκονται μέσα στο σκοτάδι, αλλά και σε πολύ χειρότερη, όσο το μεν ένα είναι φυσικό πράγμα, ενώ το άλλο αποτελεί αντικείμενο της ελεύθερης εκλογής τους».
Είναι η φωνή του ανθρώπου που αμαρτάνει και που μένει πεισματικά προσκολλημένος στην αμαρτία. Του ανθρώπου που διώχνει απ’ τη ζωή που το Θεό για να μπορεί ανενόχλητα και ανενδοίαστα να εκδαπανάται μέσα στα πάθη του και να σπαταλά ασώτως «την εαυτού ουσίαν».
«Όλοι βαδίζουν τον πλατύ δρόμο της αμαρτίας, όλοι χάσκουν μπροστά στα υλικά αγαθά αυτού του κόσμου, τρέχουν διαρκώς πίσω από τις σωματικές απολαύσεις, ενώ τις ψυχές τις αφήνουν να λιώνουν από την πνευματική πείνα. Και μολονότι κάθε μέρα δέχονται άπειρα τραύματα από το κακό, ποτέ δεν καταλαβαίνουν τα κακά μέσα στα οποία βρίσκονται».Εδώ λοιπόν χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Σήμερα που ζούμε την μεγάλη τραγωδία της αμαρτίας και παράλληλα έχουμε χάσει την έννοια της. Έχουμε αμβλύνει σε αφάνταστο βαθμό το αισθητήριο αυτό ώστε να αμαρτάνουμε χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, χωρίς να μας ενδιαφέρει. Όλοι μας λέμε ναι στην αμαρτία και όχι στην μετάνοια και την αναγνώριση της πτώσεως μας. Πέφτουμε και δεν κάνουμε καμιά προσπάθεια για να σηκωθούμε.
Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ
Όσο όμως χαμηλά κι αν έχουμε πέσει, όσο πολλές κι αν είναι οι πληγές μας, ότι κι αν έχει συμβεί, πάντα υπάρχει η ελπίδα. Πάντα ο δρόμος για την επιστροφή και τη σωτηρία είναι ανοιχτός. Δεν υπάρχει αμαρτία (εκτός από την αμετανοησία),που να μην την παραβλέπει ο Θεός, δεν υπάρχει πτώση χωρίς ανόρθωση. Ο ι. Χρυσόστομος μας λέει ότι δεν είναι τόσο φοβερό το να πέσει κανείς. Αυτό σ’ όλους μπορεί να συμβεί. Φοβερό είναι το να μην προσπαθήσεις να σηκωθείς. Να παραμένεις πεσμένος.
Αυτό μας τονίζεται σήμερα μέσω της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. ¨Επεσε…Έπεσε στα έσχατα σημεία που μπορεί να φτάσει μια ψυχή. Όμως δεν νέκρωσε ολωσδιόλου τη συνείδηση της. Μπόρεσε τελικά να αντιληφθεί τη θέση της, να συναισθανθεί το μέγεθος και το βάρος της αποστασίας της, να λυπηθεί για την κατάντια της να πει κι αυτή το σωτήριο «αναστάσα πορεύσομαι προς τον πατέρα μου».
«Η θλίψη της τότε μετατρέπεται σε αυτοκριτική, σε αυτομεμψία, σε αδυσώπητη καταδίκη της αμαρτωλής ψυχής, σε πύρινους ποταμούς δακρύων,, σε πλήρη απόρριψη και περιφρόνηση του πρότερου βίου, σε άρνηση των παλαιών απολαύσεων και επιθυμιών, σε σταθερή απόφαση για πορεία προς την σωστή κατεύθυνση, χωρίς περιστροφές και παρεκκλίσεις, «ίνα Χριστόν κερδίσει». (Αρχιμαν. Νεκτάριος Ντόβας Μ. Τεσσαρακοστή. Σελ.153).
Αυτό ακριβώς είναι η μετάνοια: η οριακή γραμμή ανάμεσα στον παλαιό αμαρτωλό βίο και την νέα πορεία προς την Ζωή, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και Θεό μας. Η μετάλλαξη της ψυχής, η πνευματική μεταμόρφωση, η προοπτική της σωτηρίας, η αισιόδοξη ενατένιση προς τον ουρανό, και την αιωνιότητα. Η απόφαση για μια στροφή 180 μοιρών…».(Αρχιμαν. Νεκτάριος Ντόβας Μ. Τεσσαρακοστή. Σελ.153).
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Έτσι λοιπόν η κατάντια της οσίας Μαρίας, το κατρακύλισμα της, δεν της έκλεισε το δρόμο που οδηγεί σε συνάντηση με το Θεό. Δεν την απέκλεισε από τη Θεοκοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι όπου κι αν βρίσκεται κανείς, σ’ όποια κατάσταση κι αν έχει περιέλθει και για οποιονδήποτε λόγο, άμα καταληφθεί από πόθο θεϊκό, από ζέουσα πίστη, όπως αυτή της οσίας Μαρίας, έχει τη δυνατότητα, μπορεί να διαβεί το δρόμο που οδηγεί στον Αναστημένο Χριστό.
«Τη στιγμή που ο άνθρωπος μεταθέτει τον έρωτα του από τα κτίσματα στον κτίστη αρχίζει αυτή η πορεία. Κανείς δεν πρέπει να αποθαρρύνεται από την κατάσταση του. Δεν πρέπει να σκέπτεται πως γι΄ αυτόν δεν υπάρχει αυτή η ελπίδα. «Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα. Συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε».Εξ άλλου τα μάτια του Θεού δεν είναι τα ίδια με τα μάτια του ανθρώπου. Ό, τι φαίνεται κοντά στο Θεό για μας τους ανθρώπους, μπορεί να είναι πολύ μακριά απ’ το Θεό στα μάτια του Θεού, και ασφαλώς ο Θεός δεν νοιώθει κοντά του τον καθωσπρέπει άνθρωπο με την εξωτερική ευσέβεια και την βεβαιότητα του δικαιωμένου…ενώ εμείς βλέπουμε κοντά στο Θεό τους «προφάσει μακρά», προσευχομένους γραμματείς και φαρισαίους που «έξωθεν μεν φαίνονται ωραίοι, έσωθεν δε γέμουσιν οστέων νεκρών και πάσης ακαθαρσίας».(π. Φιλόθεος Φάρος. ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ. Σελ.56).
Ο Χριστός βλέπει κοντά του, ζητά να πάνε μετανοιωμένοι κοντά του, οι τελώνες, οι πόρνες, οι αμαρτωλοί. Ο ίδιος τονίζει ότι δεν έχουν ανάγκη από γιατρό οι υγιείς αλλά οι άρρωστοι. Γι’ αυτό κάλεσε κοντά του και την μεγάλη αμαρτωλή, την οσία Μαρία την Αιγυπτία. Της έδειξε νέες προοπτικές, νέους σκοπούς, νέα οράματα. Της άναψε τον πόθο για σωτηρία. Συναντήθηκε μαζί της. Της χάρισε την αγιότητα..
Αγαπητοί Χριστιανοί.
«Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα»,είναι τα λόγια που απευθύνει σήμερα ο Κύριος προς τους μαθητάς του, καθώς προχωρεί προς το εκούσιο πάθος, «ως πρόβατον επί σφαγή».Καθώς προχωρεί για να ολοκληρώσει το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, με τη μεγάλη θυσία του Σταυρού στο Γολγοθά και να το επισφραγίσει με την Ανάσταση, την αφθαρσία, την αθανασία. Ας τ’ ακούσουμε κι εμείς. Ας ανεβούμε, ας πορευθούμε, κι εμείς μαζί του. Ας ακολουθήσουμε τα βήματα του, ας διαβούμε το δρόμο που αυτός μας χάραξε.
Αυτόν τον δρόμο περπάτησαν οι άγιοι, αυτόν περπάτησε η οσία Μαρία που σήμερα εορτάζουμε, σ’ αυτόν πρέπει κι εμείς να προχωρήσουμε αν ποθούμε συνάντηση μαζί Του. Ας προσπαθήσουμε έστω και στο τέλος αυτής της αγωνιστικής περιόδου να συλλάβουμε το βαθύτερο της νόημα. Αν έστω και στο τέλος κατανοήσουμε πόσο μεγάλη σημασία έχει για μας η συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό, τότε θα βιώσουμε και το Πάθος και την Ανάσταση όσο ποτέ μέχρι τώρα στη ζωή μας.

Τρίτη, 1 Απριλίου 2008

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ ΣΤΗ Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ


Την σημερινή ημέρα, αγαπητοί Χριστιανοί, Κυριακή Δ΄. των Νηστειών, η Εκκλησία μας, την έχει αφιερωμένη σε μια ακόμη μεγάλη μορφή της Ορθοδόξου πνευματικότητος. Στο μεγάλο ασκητή και πατέρα της ερήμου, τον ησυχαστή και διδάσκαλο της εγκρατείας, τον νηστευτή και το υπόδειγμα της μετανοίας, στον όσιο και εν Αγίοις πατέρα ημών Ιωάννη τον Σιναϊτη.
Δεν είναι τυχαίο, αδελφοί μου, το ότι μια από της πέντε Κυριακές των Νηστειών, είναι πραγματικά χαρισμένη στο μεγάλο αυτό άγιο. Μέσα στο πέλαγος της Μ. Τεσσαρακοστής, μέσα στο στάδιο των πνευματικών αγώνων, καθώς προσπαθούμε να πορευτούμε την όντως δύσκολο στις ημέρες μας οδό της νηστείας, της προσευχής, της μετανοίας, της ταπείνωσης, της προσωπικής μας γενικά αλλαγής, ο όσιος Ιωάννης ο Σιναϊτης είναι για μας παράδειγμα ηλίου φωτεινότερο. Η άσκηση που καταπιαστήκαμε μπαίνοντας στην Μ. Τεσσαρακοστή, ο δρόμος που ξεκινήσαμε, στους περισσότερους από μας, φαίνεται δύσκολος. Τα του κόσμου εμπόδια πολλά και διάφορα. Η διάθεση και η όρεξη για υπέρβαση του εαυτού μας, από μικρή έως ανύπαρκτη. Τα βέλη του πονηρού έρχονται συνεχώς πυρωμένα πάνω μας κάθε στιγμή που προσπαθούμε να κοιτάξουμε ψηλά. Εγκαταλείπουμε έτσι τον αγώνα. Τα παρατάμε στη μέση κι επιστρέφουμε στα ίδια. Βγαίνουμε από το στάδιο με την πεποίθηση πως, ούτε μπορούμε, ούτε είναι δυνατόν να καταφέρουμε τίποτα. Παραμένουμε στις πτώσεις μας, επαναπαυόμαστε στην απατηλή ζωή μας, αρκούμαστε στο παρόν. Η Σαρακοστή, κάθε Σαρακοστή, κάθε λόγος για επαναπροσδιορισμό της ζωής μας, δεν έχουν να μας προσφέρουν τίποτε.
Εδώ ακριβώς προβάλλεται η μεγάλη μορφή του Ιωάννου του Σιναϊτου. Δεν είναι αδύνατη η ασκητικότητα στη ζωή. Δεν είναι ακατόρθωτη η νηστεία. Δεν είναι αδιάβατος ο δρόμος της εγκράτειας. Μπορούμε να προχωρήσουμε κοιτώντας μπροστά, να πάμε σε συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό, να έχουμε στραμμένα τα βλέμματα μας στον ουρανό.
«…σαράντα χρόνια πέρασε, μας λέει το συναξάρι του Αγίου μας, με διακαή Θείο έρωτα και πάντοτε πυρπολούμενος από τη φωτιά της Θείας αγάπης…ο δε δρόμος του ήτανε η αέναη προσευχή και ανείκαστος προς τον Θεό έρωτας».
Η ζωή του, ζωή της ερήμου, είναι ζωή άσκησης, εγκράτειας, αέναης προσευχής και ατέλειωτης δοξολογίας του Θεού. Ζωή αγγελική πάνω στη γη. Ζωή που ανέβασε τον Όσιο Ιωάννη στις κορυφές της αγιότητος, του έδωσε τη δυνατότητα να συναντηθεί με το Θεό, να δροσιστεί από την αγιοπνευματική αύρα, να γεμίσει από τις Θείες δωρεές. Είναι ζωή που κάνει πράξη το Ευαγγέλιο και αποδεικνύει περίτρανα και πανηγυρικά ότι είναι κατορθωτά τα μηνύματα του και ότι ο καθένας από μας μπορεί να γίνει θεοδόχος.
«Ο Θεός, μας λέει, είναι για όσους θέλουν, η ζωή και η σωτηρία τους. Όλων και των πιστών και των απίστων, και των δικαίων και των αδίκων, και των ευσεβών και των ασεβών, και των απαθών και των εμπαθών,. Και των μοναχών και των κοσμικών, και των σοφών και των αγραμμάτων, και των υγιών και των ασθενών, και των νέων και των ηλικιωμένων.
Είναι κάτι παρόμοιο με ,την ακτινοβολία του φωτός, με την θέα του ήλιου και την εναλλαγή των εποχών ( τα οποία προσφέρονται εξ όσου σε όλους τους ανθρώπους). Και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά διότι «δεν υπάρχει προσωποληψία στον Θεόν».(Ρωμ. Β΄. 11)».(ΚΛΙΜΑΞ - ΛΟΓΟΣ Α΄.).
Για να μπορέσουμε όμως να πλησιάσουμε το Θεό πρέπει να βγάλουμε από μέσα μας οτιδήποτε άλλο έχουμε θεοποιήσει. Ν’ ελαφρώσουμε την καρδιά μας από οποιοδήποτε άλλο βάρος και να ετοιμάσουμε το θρόνο για να καθίσει ο Θεός. Πρέπει να επιφέρουμε την ολοκληρωτική αλλαγή στην όλη την ύπαρξη μας, ζώντας την ζωή της μετανοίας. Κι αυτό γιατί όπως και πάλι τονίζει ο Άγιος: «Μετάνοια σημαίνει ανανέωσις του βαπτίσματος. Μετάνοια σημαίνει συμφωνία με τον Θεόν για νέα ζωή. Μετανοών σημαίνει αγοραστής της ταπεινώσεως. Μετανοών σημαίνει μόνιμος αποκλεισμός κάθε σωματικής παρηγορίας. Μετάνοια σημαίνει σκέψις αυτοκατακρίσεως. Αμεριμνησία για όλα τα άλλα και μέριμνα για τη σωτηρία του εαυτού μας. Μετάνοια σημαίνει θυγατέρα της ελπίδος και αποκήρυξις της απελπισίας. Μετάνοια σημαίνει κατάδικος απηλλαγμένος από αισχύνη».(ΚΛΙΜΑΞ ΛΟΓΟΣ Ε΄.).
Της μετανοίας όμως προηγείται η γνώση του εαυτού μας. Πρέπει να δούμε σε βάθος ποιοι ακριβώς είμαστε. Να αποκτήσουμε την πολυπόθητη αυτογνωσία, βγάζοντας από μέσα μας τον Φαρισαίο, χαμηλώνοντας το ανάστημα μας, σκύβοντας το κεφάλι μας.
«Όποιος επέτυχε την πλήρη γνώση του εαυτού του, λέγει ο Άγιος, αυτός έσπειρε σε γη αγαθή. Όποιος δεν έσπειρε κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν πρόκειται να ιδεί να ανθίζει μέσα του η ταπεινοφροσύνη. Όποιος επέτυχε την γνώση του εαυτού του, αυτός αισθάνθηκε το φόβο του Κυρίου, και βαδίζοντας με την αίσθηση αυτή έφθασε στην πύλη της αγάπης». (ΚΛΙΜΑΞ ΛΟΓΟΣ ΚΕ΄).
Σαν καταφέρω να δω κατάματα τον εαυτό μου, χωρίς υπεκφυγές, περιστροφές, ωραιοποιήσεις, χωρίς να τον ξεχωρίζω Φαρισαϊκά από τους άλλους, σαν μπορέσω να
φωνάξω αλίμονο σε μένα τον άθλιο, τότε έχω πατήσει και στο σκαλοπάτι της ταπείνωσης. Ταπείνωση και αυτογνωσία είναι αρετές αλληλένδετες. Η μια προϋποθέτει την άλλη και η μια οδηγεί στην άλλη. Χωρίς αυτογνωσία δεν γίνεται κανείς ταπεινός και χωρίς ταπεινοφροσύνη δεν είναι δυνατόν να γνωρίσεις, ποιος και τί ακριβώς είσαι.
«Η ταπεινοφροσύνη, μας λέγει πάλι ο Άγιος, είναι ανώνυμη χάρις της ψυχής, η οποία μπορεί να ονομασθεί μόνο από όσους την εδοκίμασαν εκ πείρας. Είναι ανέκφραστος πλούτος, ονομασία του θεού, δωρεά του Θεού, εφ’ όσον εκείνος λέγει: «Μάθετε ουκ απ’ Αγγέλου, ουκ απ’ ανθρώπου, ουκ από δέλτου, αλλ’ απ’ εμού», δηλαδή από την ενοίκησι μου και την έλλαμψι μου και την ενέργεια μου μέσα σας, «ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και τω λογισμώ και τω φρονήματι, και ευρήσετε ανάπαυσιν πολέμων και κουφισμόν λογισμών ταις ψυχαίς υμών».(πρβλ. Ματθ. ια΄.29).(ΚΛΙΜΑΞ ΛΟΓΟΣ 25ΟΣ).
Τελικά θα καταλήξουμε στην αγάπη. Αγάπη είναι ο Θεός, από αγάπη για μας έγινε άνθρωπος και ήρθε ανάμεσα μας, για αγάπη μίλησε. Αγάπη είναι η ουσία του Χριστιανισμού. Όλες οι προσπάθειες μας, όλες οι θυσίες μας, αυτοί οι χτύποι της καρδιάς μας, στο ρυθμό της αγάπης πρέπει να χτυπούν.
Λέγει ο Άγιος: «Αυτός που θέλει να ομιλεί για την αγάπη είναι σαν να επιχειρεί να ομιλεί για τον ίδιο το Θεό…
Η αγάπη, ως προς την ποιότητα της είναι ομοίωσις με τον Θεόν, όσο βέβαια είναι δυνατόν στους ανθρώπους. Ως προς την ενέργεια της, μέθη ψυχής. Ως προς τις ιδιότητες της, πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως.
Η αγάπη χορηγεί την χάρι της προφητείας, η αγάπη παρέχει την δύναμι της θαυματουργίας, η αγάπη είναι άβυσσος της Θείας ελλάμψεως, η αγάπη είναι η πηγή του Θεϊκού πυρός –όσο περισσότερο πυρ αναβλύζει, τόσο περισσότερο καταφλέγει εκείνον που διψά. Η αγάπη είναι η στάσις και η εδραίωσις των Αγγέλων, η πρόοδος εις τους αιώνες όλων των εκλεκτών του Θεού».(ΚΛΙΜΑΞ ΛΟΓΟΣ 30ος).
Αγαπητοί Χριστιανοί.
Μια δεύτερη και πιο γνωστή επωνυμία που αποδίδεται στον Άγιο Ιωάννη τον Σιναϊτη, είναι Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Έχει πάρει το όνομα αυτό, από το πνευματικό και ασκητικό του βιβλίο που επονομάζεται «Κλίμακα των Αρετών». Αυτό κατέστη, το δεύτερο Ευαγγέλιο για κάθε Μοναστική πολιτεία και το απαραίτητο βοήθημα για κάθε Χριστιανό που μοχθεί και κοπιάζει για την πνευματική του προκοπή και τη σωτηρία του. Η συνάντηση με το Θεό, για τον καθένα μας, είναι πάντοτε πορεία ανοδική. Η κατάκτηση της αιωνιότητος απαιτεί ανάβαση. Σ’ αυτό το σκαρφάλωμα στις ψηλές κορφές, σ’ αυτό το ανέβασμα μας στον ουρανό, μας καθοδηγεί ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Μας δείχνει τον τρόπο. Μας παίρνει από το χέρι και μας ανεβάζει σκαλοπάτι, σκαλοπάτι την «Κλίμακα» του, τη σκάλα που οδηγεί στι Θεό.
Είδαμε πιο πάνω κάποια από τα σκαλοπάτια που πρέπει να ανέβουμε. Ας δούμε όμως και τα υπόλοιπα:
«Η υπακοή είναι το πρώτο σκαλοπάτι, η μετάνοια το δεύτερο, και η μνήμη του θανάτου το τρίτο. Και ύστερα σε κάθε σκαλοπάτι γίνεται η απάρνησις των σκληρών παθών, της οργής, της μνησικακίας, της καταλαλιάς, και της κατακρίσεως, της πολυλογίας, του ψεύδους, της ακηδίας, της γαστριμαργίας, του ψεύδους, της σαρκικότητος, της φιλαργυρίας, της αναισθησίας, της δειλίας, της κενοδοξίας, της υπερηφανείας, της βλασφημίας, του εγωισμού, της πονηρίας, και η απόκτησις των αντιστοίχων αρετών, της αοργησίας, της σιωπής, της εγκρατείας, της αγνείας, της σωφροσύνης, της ακτημοσύνης, της αγρυπνίας, της νηστείας, της πραότητος , της απλότητος, της ταπεινοφροσύνης, της μεγάλης αρετής της διακρίσεως, της μακαρίας προσευχής, της Θεομιμήτου απαθείας και της εναρέτου τριάδος της αγάπης, της πίστεως και της ελπίδος. Οι ρίζες πικρές, αλλά οι καρποί γλυκείς. (Μητ/λίτου Ιερισσού ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ «ΜΑΡΤΥΡΙΑ Α’. σελ.100).
Αγαπητοί Χριστιανοί.
Μιλώντας για τη Μ. Τεσσαρακοστή, μιλώντας για ασκητικότητα, για νηστεία, για ανακαίνιση του πνεύματος, για επανατοποθέτηση των πράξεων μας και επαναδιοργάνωση του εαυτού μας, είναι αδύνατο να προσπεράσουμε τον Άγιο Ιωάννη τον Σιναίτη. Δεν είναι δυνατόν να βρισκόμαστε στο στάδιο της πνευματικής αθλήσεως, να προσπαθούμε να πλησιάσουμε στον Αναστάντα Χριστό και να παραβλέψουμε την «Κλίμακα» του Αγ. Ιωάννου. Γι’ αυτό και στα μοναστήρια, παλιότερα, αυτή την περίοδο, μαζί με όλα τα άλλα, άρχιζαν να διαβάζουν και το περισπούδαστο αυτό έργο. Γι’ αυτό και σοφότατα η Εκκλησία μας αφιέρωσε μια από της πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής στο μεγάλο αυτό δάσκαλο και παράλληλα μας προτρέπει να μη διστάσουμε αλλά, και να μη δειλιάσουμε στον ανοδικό μας δρόμο. Μέσα από αυτόν έχουν φτάσει πολλοί στους κόλπους και στη δόξα του Θεού. Μπορούμε κι εμείς. Χρειάζεται όμως προσπάθεια. Οι ψηλές κορφές δεν μας χαρίζονται μα κατακτούνται.